Στις 11:02 το πρωί της 9ης Αυγούστου 1945, ο ουρανός πάνω από το Ναγκασάκι φωτίστηκε από μια εκτυφλωτική λάμψη. Η βόμβα «Fat Man», η δεύτερη ατομική βόμβα που χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε πόλεμο, εξερράγη 500 μέτρα πάνω από την πόλη, απελευθερώνοντας ενέργεια ισοδύναμη με 21.000 τόνους TNT. Μέσα σε δευτερόλεπτα, περίπου 40.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεκάδες χιλιάδες ακόμα υπέφεραν από εγκαύματα, τραυματισμούς και αργότερα από τις συνέπειες της ακτινοβολίας.
Η βόμβα αυτή, που ρίχτηκε από το B-29 Bockscar υπό την καθοδήγηση του πιλότου Τσαρλς Σουίνι, δεν ήταν απλώς μια συνέχεια της Χιροσίμα, αλλά ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ανθρώπινη ιστορία, γεμάτο τεχνολογικές και ηθικές προκλήσεις. Αρχικά ο στόχος δεν ήταν ένας, αλλά τρεις πιθανοί: η πόλη Κοκούρα, το Ναγκασάκι και η Φουκουόκα. Εν τέλει, λόγω της κακής ορατότητας στην Κοκούρα, το πλήρωμα πήρε την απόφαση να κατευθυνθεί προς τον δεύτερο στόχο. Λίγο αργότερα, πάνω από το Ναγκασάκι, το πλήρωμα του Bockscar βρήκε ένα άνοιγμα στα σύννεφα, που τους επέτρεψε να δουν το έδαφος και να ρίξουν τη βόμβα.

Το πλήρωμα του Bockscar
Η βόμβα με το κωδικό όνομα «Fat Man», ένα όνομα που ίσως θυμίζει σε κάποιους την πρόσφατη ταινία «Oppenheimer», σε σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν. Επιλέγοντας να μην δείξει τις εκρήξεις στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ο Νόλαν εστιάζει στην οπτική του επιστήμονα, ο οποίος έμαθε για τις επιθέσεις από το ραδιόφωνο, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος. Η ταινία αναδεικνύει το δίλημμα: η βόμβα έληξε τον πόλεμο, αλλά άνοιξε την πυρηνική εποχή, με τον φόβο της αμοιβαίας καταστροφής να στοιχειώνει την ανθρωπότητα.
Ήταν το δεύτερο και τελευταίο όπλο τέτοιου είδους που χρησιμοποιήθηκε σε πόλεμο, αλλά διέφερε από τη βόμβα της Χιροσίμα (Little Boy) σε βασικά σημεία. Ενώ η «Little Boy» βασιζόταν στο εμπλουτισμένο ουράνιο, η «Fat Man» χρησιμοποιούσε πλουτώνιο. Ήταν επίσης μεγαλύτερη σε μέγεθος και είχε διαφορετικό μηχανισμό πυροδότησης (εσωτερική συμπίεση), κάτι που την καθιστούσε πιο περίπλοκη στην κατασκευή της, αλλά και πιο ισχυρή.

Η ατομική βόμβα Fat Man
Η καταστροφή και το ανθρώπινο κόστος
Η βόμβα των 4.670 κιλών εξερράγη περίπου 500 μέτρα πάνω από την κοιλάδα του Ναγκασάκι, μια περιοχή όπου βρίσκονταν τα εργοστάσια όπλων της Mitsubishi και η οποία δεν ήταν τόσο πυκνοκατοικημένη όσο το κέντρο της πόλης. Ωστόσο, η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η θερμοκρασία στο σημείο της έκρηξης έφτασε τους 3.900°C και οι θάνατοι ήταν άμεσοι για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Εκτιμάται ότι 70.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους έως το τέλος του 1945 από την έκρηξη και τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας. Άλλοι τόσοι πέθαναν τα επόμενα χρόνια από καρκίνο και άλλες ασθένειες που προκλήθηκαν από την έκθεση στην ακτινοβολία. Οι επιζώντες, γνωστοί ως hibakusha, έγιναν ζωντανές μαρτυρίες του ανθρώπινου κόστους, με ιστορίες που συγκλονίζουν ακόμα.

Η ρίψη στο Ναγκασάκι επιτάχυνε την ιαπωνική παράδοση και στις 15 Αυγούστου 1945 ο αυτοκράτορας Χιροχίτο ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της.
Σε αντίθεση με τη Χιροσίμα, όπου το έδαφος ήταν επίπεδο και το ωστικό κύμα απλώθηκε ανεξέλεγκτα, το Ναγκασάκι ήταν χτισμένο σε μια κοιλάδα, περιτριγυρισμένη από λόφους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστεί η εξάπλωση της καταστροφής, αλλά όχι και να σταματήσει. Η ίδια η μορφολογία του εδάφους προκάλεσε την εξάπλωση του ωστικού κύματος μέσα στην κοιλάδα, καταστρέφοντας ό,τι υπήρχε στην πορεία του.

Το σημείο που έπεσε η ατομική βόμβα πριν και μετά την έκρηξη
Το δίλημμα και η κληρονομιά
Η ρίψη των δύο βομβών αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα γεγονότα του 20ού αιώνα. Οι υποστηρικτές της απόφασης του τότε Αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν ισχυρίζονται ότι έσωσε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές, τόσο Αμερικανών όσο και Ιαπώνων στρατιωτών, καθώς η εισβολή στην Ιαπωνία θα είχε τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Αντίθετα, οι επικριτές κάνουν λόγο για ένα περιττό έγκλημα πολέμου, υποστηρίζοντας ότι η Ιαπωνία ήταν ήδη στα πρόθυρα της παράδοσης. Ο ίδιος ο Τζ. Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, ο πατέρας της ατομικής βόμβας που ηγήθηκε του πρότζεκτ Μανχάταν, εξέφρασε την ανησυχία του για τη χρήση της, λέγοντας αργότερα «Έχουμε κάνει τη δουλειά του διαβόλου» και αμέσως μετά την πρώτη δοκιμή που έγινε (Trinity Test), είχε θυμηθεί τα λόγια από την Μπαγκαβάτ Γκίτα: «Τώρα έγινα ο θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων».
Πολλοί ήταν αυτοί που προβληματίστηκαν έντονα με το γεγονός. Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο οποίος είχε ενημερώσει τον πρόεδρο Ρούζβελτ για τη δυνατότητα κατασκευής της βόμβας το 1939 για να ηττηθεί η Γερμανία, εξέφρασε αργότερα τη βαθιά του λύπη που οι εξισώσεις του βοήθησαν άθελά του στη δημιουργία αυτού του καταστροφικού όπλου: «Αν το ήξερα, θα είχα γίνει ωρολογοποιός». Η μνήμη των θυμάτων του Ναγκασάκι τιμάται κάθε χρόνο στο Μουσείο της Ατομικής Βόμβας της πόλης, υπενθυμίζοντας στον κόσμο τις συνέπειες του πυρηνικού πολέμου.
Σήμερα, 80 χρόνια μετά, η κληρονομιά του Ναγκασάκι παραμένει ζωντανή. Μας υπενθυμίζει ότι η ανθρωπότητα έχει τη δύναμη να καταστρέψει τον εαυτό της, αλλά και την ευθύνη να αποτρέψει μια τέτοια καταστροφή. Ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου δεν έχει εκλείψει όπως είδαμε και πρόσφατα με την κρίση στη Μέση Ανατολή και η ιστορία του Ναγκασάκι αποτελεί μια διαρκή προειδοποίηση για τις συνέπειες της ανθρώπινης οργής.
Δείτε - 80 χρόνια μετά: Η Χιροσίμα και η μνήμη του πυρηνικού ολέθρου
Ίσως τα λόγια του πρώην Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, να συνοψίζουν καλύτερα το διαχρονικό μήνυμα: «Αν υπάρχει ένα μάθημα από το Ναγκασάκι, είναι ότι η ανθρωπότητα δεν μπορεί να επιβιώσει αν συνεχίσει να ζει στη σκιά των πυρηνικών όπλων».

Φωτογραφία από τα πρώτα λεπτά μετά την καταστροφική ρίψη