Το άρθρο της Voria.gr με τίτλο «Το… μυστήριο της επιβίωσης των εμπορικών μαγαζιών στο κέντρο της Θεσσαλονίκης», που δημοσιεύθηκε στις 27.01.2026, σχολιάζει με επιστολή του ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Παντελής Φιλιππίδης.
Το κείμενο της επιστολής έχει ως ακολούθως:
«Μου προκάλεσε εντύπωση ότι σας προβλημάτισε το πώς επιβιώνουν οι εμπορικές επιχειρήσεις εν μέσω συνεχόμενων μειώσεων του τζίρου. Υποθέτω ότι δεν είχατε τον ίδιο προβληματισμό το 2014, όταν η επιχειρηματική κοινότητα έχασε περίπου 320.000 επιχειρήσεις, διαφορετικά, θα είχατε ασχοληθεί με το πού βρίσκονται σήμερα και πώς επιβιώνουν αυτοί οι άνθρωποι, το προσωπικό που απασχολούσαν κλπ. Τέλος πάντων.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Σας είναι τελικά πιο εύκολο να σκεφτείτε ότι οι έμποροι δεν είναι ειλικρινείς και ότι ενδεχομένως «πρέπει να αλλάξουν δουλειά», παρά να αναγνωρίσετε ότι το 2009 οι επιχειρήσεις και οι Έλληνες χρωστούσαν στο δημόσιο 31 δισ. ευρώ, ενώ σήμερα το ποσό αυτό έχει εκτοξευθεί στα 109 δισ.; Μήπως, κατά την άποψή σας, η συσσώρευση χρεών έχει εξελιχθεί στο νέο χόμπι των Ελλήνων;
Προφανώς κυκλοφορείτε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αφού και ο ίδιος διαπιστώνετε ότι ιστορικά εμπορικότατοι δρόμοι, όπως η Βαλαωρίτου, η Ερμού, η Ίωνος Δραγούμη, το άνω τμήμα της Βενιζέλου —και φυσικά, όχι εσκεμμένα θέλω να πιστεύω ξεχάσατε τη Συγγρού και τη Πτολεμαίων —έχουν μετατραπεί σε σκοτεινούς δρόμους με κλειστά και ξενοίκιαστα καταστήματα. Μια κατάσταση που, όπως και εσείς αναγνωρίζετε, παραμένει άλυτη εδώ και τουλάχιστον δώδεκα χρόνια και φυσικά δεν ασχοληθήκατε με τους υπόλοιπους δρόμους του Δήμου Θεσσαλονίκης που στο κοντινό παρελθόν υπήρχε επιχειρηματική δραστηριότητα ενώ σήμερα δεν υπάρχει τίποτα. Γιατί; Μήπως κατά την άποψή σας είναι η πρόοδος που τις έκλεισε;
Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι πώς δικαιολογείται το επιχείρημα ότι η «κινητικότητα» της αγοράς συνυπάρχει με κλειστά καταστήματα ακόμη και στη Μητροπόλεως και στην οδό Τσιμισκή, τον κατεξοχήν εμπορικό δρόμο της χώρας. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι κάτι στην ανάλυσή σας δεν αποτυπώνει την πραγματική κατάσταση της αγοράς.
Η δικαιολογία των υψηλών ενοικίων ως βασική αιτία είναι μεν ορθή, ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνει το πρόβλημα: την έλλειψη ουσιαστικής εμπορικής δραστηριότητας. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι πριν από λίγα χρόνια οι επιχειρήσεις στους ίδιους δρόμους κατέβαλλαν ακόμη υψηλότερα ενοίκια, καθώς και υπέρογκα ποσά για «αέρα», σε μια περίοδο όπου υπήρχε πραγματική κατανάλωση και το εμπόριο βρισκόταν σε άνθηση.
Λέτε επίσης, ότι «εδώ και 30 χρόνια οι τοπικές επιχειρήσεις υποχωρούν έναντι εμπορικών κέντρων, των πολυκαταστημάτων και των ξένων αλυσίδων» λόγω των πλεονεκτημάτων της ποικιλίας, των τιμών, της χρηματοδότησης και του ωραρίου. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα της αγοράς, με τα χιλιάδες καταστήματα και την ποικιλία των προϊόντων, αποδεικνύει ότι ούτε σε ποικιλία ούτε σε τιμές υστερεί, καθώς σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους προσφέρει προϊόντα σε καθεστώς είτε εκπτώσεων είτε προσφορών. Όσον αφορά το ωράριο ελπίζω να μην είστε της άποψης ότι πρέπει να ζωοποιηθεί ένα μέρος της κοινωνίας δουλεύοντας 24ώρες το 24ωρο. Το προτεινόμενο ωράριο του ΕΣΘ είναι 51ώρες το οποίο δεν ακολουθούν τα ως άνω κέντρα που αναφέρεστε πιστεύοντας ότι έτσι δημιουργούν συγκριτικό πλεονέκτημα. Που δεν είναι πάντα έτσι. Όσον αφορά την χρηματοδότηση, έχετε απόλυτο δίκιο, οι μικρομεσαίες δεν υπάγονται στην χρηματοδότηση των τραπεζών εάν δεν καταβάλλουν πολλαπλάσιες εγγυήσεις του δανείου.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται εκεί όπου επιμένετε να το αναζητάτε. Βρίσκεται αλλού και απαιτεί από πλευράς σας ουσιαστική διερεύνηση.
Αναφέρετε επίσης ότι, «σε περιόδους ακρίβειας και σχετικής οικονομικής ανασφάλειας, όπως αυτή που διανύουμε, οι καταναλωτές περιορίζουν αναγκαστικά τις κινήσεις τους».
Γράφετε επίσης ότι «οι εμπορικές εξελίξεις των τελευταίων τριών δεκαετιών στη Θεσσαλονίκη συνέβησαν και συμβαίνουν χωρίς κάποια δημιουργική αντίδραση από τους τοπικούς παράγοντες, περίπου ως φυσικό φαινόμενο». Θεωρούμε αυτονόητο ότι στους λεγόμενους «τοπικούς παράγοντες» δεν εντάσσεται ο Εμπορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαχρονικά εκφράζει διαφορετικές και συχνά αντίθετες θέσεις από τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις.
Από όλα όσα περιγράφετε στο άρθρο σας για την κατάσταση της αγοράς, επιβεβαιώνονται τα εξής:
1. Η πτώση του τζίρου που δηλώνουν οι έμποροι, παρά το γεγονός ότι κατά την άποψή σας τίθεται ζήτημα ειλικρίνειας (τώρα στο πως καταλήξατε στο ότι είναι ανειλικρινείς οι έμποροι μάλλον εσείς πρέπει να το εξηγήσετε σε εμάς που δεν το καταλάβαμε και απορούμε με το άρθρο σας).
2. Ότι η επιβίωση των εμπορικών επιχειρήσεων βρίσκεται κυριολεκτικά σε οριακό σημείο.
Τέλος, μια επιχείρηση μπορεί να ανοίξει σχετικά εύκολα, αλλά το κλείσιμό της είναι εξαιρετικά δύσκολο και επώδυνο.
Σας ενημερώνω λοιπόν, ότι ο επιχειρηματίας δύσκολα καταθέτει τα όπλα, για αυτό διάλεξε αυτό το επάγγελμα γιατί έχει μάθει να αγωνίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή. Πιστεύοντας ότι μπορεί να αλλάξει τον εκτροχιασμό της επιχείρησής του.
Αυτός είναι ο λόγος που ένα τεράστιο ποσοστό της επιχειρηματικής κοινότητας έχει υπέρογκα χρέη στο δημόσιο, στον ΕΦΚΑ, στις Τράπεζες και στα κόκκινα δάνεια χάνοντας τεράστια περιουσιακά στοιχεία.
Αυτή, λοιπόν, είναι η εξήγηση για το πώς, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, εξακολουθούν να επιβιώνουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις: γιατί η ελπίδα δεν έχει ακόμη σβήσει. Μια ελπίδα που, ωστόσο, έσβησε απότομα για 320.000 επιχειρήσεις το 2014.
Απάντηση του συντάκτη του άρθρου Γιώργου Μητράκη
Ο κ. Παντελής Φιλιππίδης ως πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει σε απορίες που δεν είναι καινούργιες και τις έχουν πολλοί στη Θεσσαλονίκη. Και καλά κάνει. Το πρόβλημα με τον κατά δήλωση τζίρο των εμπορικών καταστημάτων της πόλης δεν είναι καινούργιο. Αν ανατρέξει κανείς στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, τότε που στην Ελλάδα δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, οι δηλώσεις των εμπόρων μετά από συγκεκριμένες περιόδους -την εορταστική των Χριστουγέννων και τις εκπτώσεις- είναι περίπου πανομοιότυπες, ότι ο τζίρος είναι πεσμένος σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Παροιμιώδης έχει μείνει ο δημοσιογραφικός τίτλος που έχει χρησιμοποιηθεί κατ’ επανάληψη στα ανάλογα ρεπορτάζ για να εκφράσει το κλίμα που εισέπρατταν και εξακολουθούν να εισπράττουν οι δημοσιογράφοι: «Κάθε πέρσι και καλύτερα».
Ο κ. Φιλιππίδης αναφέρεται στην περίοδο 2013 – 2014, όταν έκλεισαν χιλιάδες εμπορικές επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα και στη Θεσσαλονίκη. Ήταν τότε που η χώρα σε δύο χρόνια απώλεσε περί το 25% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Ελπίζουμε να συμφωνεί ότι ούτε το 2025 ούτε το 2026 είναι 2014.
Σε ό,τι αφορά την… αντίσταση των τοπικού εμπορίου στην επέλαση των εμπορικών κέντρων, των πολυκαταστημάτων και των εγχώριων και ξένων αλυσίδων είναι πράγματι μηδενική. Μπορεί ο Εμπορικός Σύλλογος να προσπαθεί, αλλά τα μέλη του δεν ακολουθούν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των δύο Open Mall που ο ΕΣΘ ξεκίνησε να οργανώσει στο κέντρο -μια ιδέα πρωτοποριακή-, αλλά τα μέλη του που δραστηριοποιούνται στην περιοχή δεν ανταποκρίθηκαν, παρά το ουσιαστικά μηδενικό κόστος συμμετοχής. Όπως ακριβώς στην περίοδο της πανδημίας, δεν ανταποκρίθηκαν στις προσπάθειες τόσο του ΕΣΘ όσο και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης να δημιουργηθούν πλατφόρμες πωλήσεων, που θα εξυπηρετούν τους μικρούς και μικρομεσαίους, που από μόνοι τους δεν μπορούσαν να καλλιεργήσουν επαγγελματικά το ηλεκτρονικό εμπόριο. Επίσης, άγονη αποδείχθηκε -για άλλους λόγους- η προσπάθεια του ΕΣΘ να εξυπηρετήσει τα μέλη του που είχαν κόκκινα δάνεια.
Για τον κ. Φιλιππίδη το… μυστικό της επιβίωσης των εμπόρων στις μέρες μας κρύβεται -εν μέρει τουλάχιστον- σε αυτά που χρωστούν οι Έλληνες στο δημόσιο, το οποίο (υποτίθεται ότι) έχει λαμβάνειν γύρω στα 110 δισ. ευρώ. Ακόμη κι έτσι να είναι -που δεν είναι, αφού στην ψηφιακή εποχή που διανύουμε η ΑΑΔΕ γνωρίζει λεπτομερώς το προφίλ κάθε οφειλέτη, ακόμη κι αν αυτός δεν υπάρχει στη ζωή δεκαετίες τώρα- η ουσία δεν αλλάζει. Κάποιοι «επιβιώνουν» δημιουργώντας χρέη και κάνοντας αθέμιτο ανταγωνισμό στους συναδέλφους τους, οι οποίοι είναι συνεπείς.
Επίσης -για να κλείνουμε- τα περί δήθεν οριακής κατάστασης στο τέλος των φετινών χειμερινών εκπτώσεων στο τέλος Φεβρουαρίου, έχουν ειπωθεί ξανά ως εκτίμηση. Μάλλον από την 1η Μαρτίου 2026 τίποτε απότομο και περίεργο δεν θα συμβεί στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Το βέβαιον είναι ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Διότι πέραν της οικονομικής δύναμης ή αδυναμίας των καταναλωτών, έχει αλλάξει ο τρόπος ζωής, αλλά και ο τρόπος κατανάλωσης. Οι έμποροι τα γνωρίζουν αυτά καλύτερα από τον καθένα. Το γιατί δεν προσπαθούν περισσότερο να αντιμετωπίσουν την κατάσταση το ξέρουν επίσης καλύτερα οι ίδιοι. Μπορεί οι συσχετισμοί να είναι συντριπτικοί και οι εξελίξεις αναπόφευκτες. Μπορεί κάτι άλλο.
Πάντως, η δικαιολογία ότι «οι έμποροι είναι λαγοί και δεν γίνονται κοπάδι» είναι αμφιλεγόμενη. Διότι στην περίπτωση που αυτό το αξίωμα ισχύει ποιος είναι ο ρόλος των Εμπορικών Συλλόγων, της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου, ακόμη και των Επιμελητηρίων; Ως γνωστόν -πέρα από λαγούς και κοπάδια- ούτε γάμος με το στανιό μπορεί να γίνει και πολύ περισσότερο να πετύχει.
Και μια διευκρίνιση: Για τη Θεσσαλονίκη το εμπόριο είναι κάτι πολύ περισσότερο από οικονομική δραστηριότητα που αφορά αποκλειστικά τους άμεσα εμπλεκόμενους, όσους την ασκούν και όσους εργάζονται σε αυτήν. Είναι τόσο ισχυρή παράδοση, που έχει εγγραφεί ανεξίτηλα στην ίδια την ταυτότητα της πόλης. Για αυτό το εμπόριο στη Θεσσαλονίκη ενέχει θέση κοινωνικής συνιστώσας. Για αυτό και ενδιαφέρει πολλούς.
ΥΓ. Οι ειρωνείες εκ μέρους του συμπαθούς αγωνιστή προέδρου του ΕΣΘ απορρίπτονται. Και δεν επιστρέφονται για λόγους σεβασμού και αστικής ευγένειας.