Από τη μια τα συμπεράσματα δημοσκόπησης, όπως είναι το Οικονομικό Βαρόμετρο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης. Από την άλλη τα ακριβή στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Στην πρώτη περίπτωση μετρούν οι εντυπώσεις. Στη δεύτερη βλέπουμε την ουσία για τις εξαγωγικές επιδόσεις των ελληνικών επιχειρήσεων -προφανώς και των επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης. Όπως κι αν αντιλαμβάνεται κάποιος την εικόνα η πραγματικότητα δεν αλλάζει. Και με βάση αυτή βλέπουμε πού βρισκόμαστε και (μπορούμε να) σχεδιάζουμε το μέλλον. Πού θέλουμε να φτάσουμε -αν θέλουμε να φτάσουμε κάπου δηλαδή- και με ποιους τρόπους.
Σύμφωνα με το ΒΕΘ το 35% των μεταποιητικών επιχειρήσεων - μελών του που συμμετείχαν στο τελευταίο Βαρόμετρο (δείγμα 420 εταιρειών επί συνόλου 20.000) δήλωσε πως εξάγει. Μάλιστα το 34% αυτών των επιχειρήσεων εξάγει για περισσότερα από 20 χρόνια, ενώ το 24% προωθεί πάνω από το 30% των προϊόντων που παράγει εκτός των συνόρων της χώρας. Κατά το ΒΕΘ αυτά τα στοιχεία σημαίνουν ότι οι βιοτεχνικές επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης, δηλαδή οι μικρές μεταποιητικές βιομηχανίες, ποντάρουν και επενδύουν στην εξωστρέφεια. Εικόνα πολύ καλή για να είναι αληθινή. Στοιχείο που -ακόμη κι αν το αποδεχθούμε- είναι μεν αρκετά αισιόδοξο, αλλά χρειάζεται βελτίωση, αφού το υπόλοιπο 65% του δείγματος δηλώνει πως συντηρείται μόνο από την εσωτερική αγορά. Εκείνο που θα έκανε πιο ευκρινή -και πιθανώς πιο αποκαλυπτική και αξιόπιστη- την εικόνα θα ήταν η ακτινογραφία αυτών των εξαγωγών. Ο εμπλουτισμός της εικόνας με ποιοτικά δεδομένα. Ποια είναι τα προϊόντα που εξάγουν οι βιοτέχνες της Θεσσαλονίκης; Σε ποιες αγορές κατευθύνονται; Ποια είναι η προστιθέμενη αξία που προσφέρουν όχι μόνο στις ίδιες τις επιχειρήσεις, αλλά και στην εθνική οικονομία; Επίσης, πόσο αυτές οι εξαγωγές ενισχύουν δια της πλαγίας τις εισαγωγές και σε ποιο ποσοστό; Διότι στην έννοια των ελληνικών εξαγωγών ενσωματώνονται υποχρεωτικά κάποιες παράμετροι.
Οι 4 παράμετροι
Σημειώστε:
Πρώτον, η Ελλάδα ως μέλος της Ευρωζώνης εξάγει στις χώρες που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς ιδιαίτερα γραφειοκρατικά εμπόδια. Στην ουσία αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις που εξάγουν στην ΕΕ των «27» πουλάνε απλώς πιο μακριά από την έδρα τους. Εάν η ΕΕ ήταν μια ομόσπονδη χώρα, όπως αρκετοί Ευρωπαίοι ονειρεύονται να γίνει κάποια στιγμή, δεν θα μιλούσαμε καν για εξαγωγές. Φυσικά -για να μην μηδενίζουμε τα πράγματα- το να πουλήσει μια επιχείρηση από την Ελλάδα αγαθά και προϊόντα στη γερμανική, τη γαλλική ή την ολλανδική αγορά είναι κάτι σημαντικό, κυρίως επειδή στις ώριμες αγορές ο ανταγωνισμός είναι πολύ έντονος. Όσες, λοιπόν, επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης φτάνουν σε αυτό το σημείο κάνουν πολύ καλά ότι θα έπρεπε να κάνουν και για την εσωτερική αγορά και όχι να… επενδύουν στις εξαγωγές.
Δεύτερον, επειδή στις εμπορικές σχέσεις, άρα και στις εξαγωγές, παίζουν μεγάλο ρόλο τα γεωγραφικά δεδομένα, δηλαδή οι αποστάσεις, οι ελληνικές επιχειρήσεις -και ειδικότερα οι εταιρείες της Β. Ελλάδος και της Θεσσαλονίκης- δραστηριοποιούνται εξαγωγικά στα Βαλκάνια και την ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Μάλλον στην πιο υποβαθμισμένη οικονομικά περιοχή της Ευρώπης, κάτι που κατ’ ανάγκη οδηγεί σε πωλήσεις με βάση τις ανταγωνιστικές τιμές. Δηλαδή με πλεονέκτημα τις χαμηλές τιμές, που οδηγούν στην παραγωγή αναλόγου προστιθέμενης αξίας προϊόντων. Επίσης θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζαμε σε πόσες ξένες αγορές κινήθηκαν κάθε μία από τις εξαγωγικές επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης.
Τρίτον, από το Βαρόμετρο του ΒΕΘ προκύπτει ότι το 15% των επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης με εξαγωγικό προσανατολισμό εξάγουν τα τελευταία 1 έως 5 χρόνια, το 22% προωθούν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό εδώ και 5 έως 10 χρόνια, το 29% εξάγει από 10 έως 20 χρόνια, ενώ παρουσία που ξεπερνά τα 20 χρόνια στις εξαγωγές δηλώνει πως έχει το 34%. Αυτό σημαίνει ότι η πλειοψηφία των εξαγωγικών επιχειρήσεων της περιοχής μας στράφηκε στις διεθνείς αγορές μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2010, που είχε ως πρώτη συνέπεια την καταβαράθρωση της εγχώριας κατανάλωσης, κάτι απόλυτα φυσικό, εάν σκεφτεί κανείς ότι τα τρία πρώτα χρόνια της κρίσης η Ελλάδα απώλεσε το 25% του ΑΕΠ. Άρα πρόκειται για μια προσαρμογή ανάγκης, κάτι που δεν είναι αναγκαστικά κακό, αλλά απέχει παρασάγγας από την οραματική εξωστρέφεια, που οφείλει να έχει μια παραγωγική ελληνική επιχείρηση, λόγω του μικρού μεγέθους της εγχώριας αγοράς. Επίσης, οι εξαγωγές της… ανάγκης κινδυνεύουν, όπως οποιαδήποτε κατάσταση… πολιορκίας, να ατονήσουν εάν εκλείψει το… alert, ακόμη και αν υπάρξει η αίσθηση της διατηρήσιμης εσωτερικής ανάκαμψης, οπότε οι πρακτικές επιστρέφουν στη σιγουριά και τη ρουτίνα των… καλών εποχών του παρελθόντος. Κάτι ιδιαίτερα πιθανό στην περίπτωση -πάντα με βάση το Βαρόμετρο του ΕΒΕΘ- που το 75% των εξαγωγικών βιοτεχνιών της Θεσσαλονίκης εξάγει από 5% μέχρι 30% της παραγωγής τους, δηλαδή το αισθητά μικρότερο ποσοστό.
Τέταρτον, προφανώς τα προϊόντα που κατασκευάζονται ή δημιουργούνται στην Ελλάδα είναι «made in Greece», αλλά έχει σημασία και η προέλευση των πρώτων υλών και γενικότερα των δεδομένων που διαμορφώνουν το κόστος. Διότι σε τελική ανάλυση για την ελληνική οικονομία στο σύνολό της εκείνο που μετράει περισσότερο είναι το περίφημο εμπορικό ισοζύγιο, που παραμένει εξαιρετικά ελλειμματικό. Ευτυχώς η καλή πορεία του τουρισμού, μια δραστηριότητα που συνιστά έμμεση εξαγωγή, εξισορροπεί κάπως τα πράγματα.
Οι αριθμοί της ΕΛΣΤΑΤ
Οι εξαγωγές (πρέπει να) είναι μια δύσκολη άσκηση, η επίλυση της οποίας απαιτεί σύστημα, και χρειάζεται υπομονή. Όχι απλή διαχειριστική διάθεση, όπως παραπέμπει η συνολική εικόνα των -αυξημένων την τελευταία 15ετία- ελληνικών εξαγωγών.
Ας έρθουμε τώρα στην μεγάλη εικόνα, μέρος της οποίας είναι η Θεσσαλονίκη. Στην πραγματικότητα των απόλυτων αριθμών και ποσοστών για την οποία γράφαμε στην αρχή του κειμένου. Το 2024 συνολικά 19.603 ελληνικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν εξαγωγές αξίας 47 δισ. ευρώ. Το 27,2% της συνολικής αξίας των εξαγωγών πραγματοποιήθηκε το 2024 από συνολικά πέντε (αριθμητικά 5) επιχειρήσεις. Το 47,3% από συνολικά 50 (ολογράφως πενήντα) επιχειρήσεις. Το δε 83,4% από συνολικά 1.000 (ολογράφως χίλιες) επιχειρήσεις. Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ακόμη ότι το 2024 υπήρξε «κινητοποίηση» των μικρών επιχειρήσεων στις ξένες αγορές, αφού το 87,2% των εξαγωγέων -17.089- επιχειρήσεις ήταν μικρές, που απασχολούσαν από 0 έως 49 εργαζομένους, πραγματοποίησαν το 22% του συνόλου των εξαγωγών. Επίσης, 1.667 μεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν από 50 έως 249 εργαζόμενους, είχαν συμμετοχή 19,6% στις συνολικές εξαγωγές, ενώ το υπόλοιπο 58,3% των εξαγωγών οφείλεται σε 373 μεγάλες επιχειρήσεις, με προσωπικό άνω των 250 ατόμων. Ακόμη το 4,8% των εξαγωγικών επιχειρήσεων του 2024, συνολικά 937- πραγματοποίησε πωλήσεις σε περισσότερες από 20 χώρες, το 8,5% (1.676 επιχειρήσεις) σε 10 – 19 χώρες, το 45% (8.824 επιχειρήσεις) σε 2-9 χώρες, ενώ το 41,7% (8.166 επιχειρήσεις) εξήγε σε μία μόνο χώρα.