Το άλειμμα με λίπος την εποχή των αμαξών ή με λάδι σήμερα την εποχή των μηχανών, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την φύση οποιασδήποτε συνδιαλλαγής, και όχι μόνον οικονομικής φύσης. Παμπάλαιο έθος, που έγινε κανόνας σε σημείο να θεωρούμε κάποιες πράξεις δωροδοκίας εντελώς φυσιολογικές και επιβεβλημένες.
Οι παλαιότεροι λοιπόν, για να κινήσουν την άμαξα έπρεπε να τους δοθεί λίπος ή λάδι, για να αλείψουν τους τροχούς. Αλλιώς αυτοί θα έμεναν ακίνητοι ή θα γύριζαν με αργό ρυθμό. Σήμερα, την εποχή της σύγχρονης τεχνολογίας το λάδι εξακολουθεί να είναι χρήσιμο για να λαδώσεις την μηχανή, η οποία επιπροσθέτως για ν’ αρχίσει να λειτουργεί, πρέπει να πιέσεις την μίζα.
Κι έτσι η δωροδοκία απέκτησε σχέσεις και με την μηχανική. Άλλωστε «μηχανεύομαι» σημαίνει επινοώ κάτι, σοφίζομαι. Μόνον που κι αυτή η έννοια παρερμηνεύτηκε, και στα λεξικά σημειώνεται πως σημαίνει και «προετοιμάζω κάτι με δόλιο τρόπο». Κι αφού η μίζα είναι προϊόν δόλιας πράξης, αποτελεί και σημείο σήψης της κοινωνίας.
Πολύ περισσότερο δε, όταν νομιμοποιείται ακόμη και από πρωθυπουργό, όταν χασκογελώντας έκανε αναφορά σε γρηγορόσημο, κι όταν πάλι χρόνια νωρίτερα άλλος πρωθυπουργός την καταδίκασε, σε περίπτωση όμως που είναι μεγαλύτερη από κάποιο όριο (ποιος το καθορίζει;)
Αλλά για ποιο λόγο να ενοχλούμαστε, αφού την δωροδοκία την χρησιμοποιούμε ακόμη και όταν κάποιος πρέπει να ενεργεί καλύπτοντας ανάγκες ή υποχρεώσεις προς τον εαυτό του; Η απόδοση του παιδιού στο σχολείο ή η διατροφή του, ή η καθαριότητα του εαυτού του και του χώρου του και άλλα πολλά που είναι καθημερινές αιτίες αμοιβών σε κάποιες οικογένειες, είναι υποχρεώσεις του παιδιού προς τον εαυτό του, δεν είναι υποχρεώσεις προς τους γονείς, λέγουν οι εκπαιδευτικοί. Και όμως, το δωροδοκούμε.
Κι ακόμη χειρότερο. Ποιοι γονείς παιδιού, που αποφασίζει μέσω του 15μελούς των σχολείων, πού θα πάνε εκδρομή, ενοχλείται όταν το πρακτορείο δωροδοκεί το παιδί τους -με κάλυψη των εξόδων του- για να προτιμηθεί τόπος προορισμού της αρεσκείας του πρακτορείου; Είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας κάποια καταγγελία αυτής της πράξης, που όλοι είμαστε μάρτυρες ότι συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις; Και το παιδί μαθαίνει από τρυφερή ηλικία τα «αγαθά» της δωροδοκίας, και της λήψης απόφασης που δεν ωφελεί το σύνολο, αλλά τους δύο συμβαλλόμενους. Αυτό και το πρακτορείο.
Και μετά, στο Πανεπιστήμιο, τα πράγματα αγριεύουν. Υποψήφιος πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατήγγειλε ότι συνδικαλιστής φοιτητής, ζήτησε αυτοκίνητο συγκεκριμένης μάρκας και κυβικών, προκειμένου να κατευθύνει προς τον δωροδοκούντα τις ψήφους των φοιτητών της παράταξης που ηγείτο. Δεν δέχθηκε και καταψηφίσθηκε. Ο άλλος που υπερψηφίσθηκε, δεν το έδωσε;
Όταν λοιπόν από τα νήπια ο νεοέλληνας εκπαιδεύεται στην δωροδοκία, τι θέλετε να κάνει μόλις βρεθεί σε θέσεις εξουσίας; Και τέτοια θέση μπορεί να είναι και του φωτοτύπη στα δικαστήρια, ο οποίος μπορεί να «λαδωθεί» προκειμένου να παρακάμψει την σειρά και να εξυπηρετήσει νωρίτερα τον βιαστικό δικηγόρο. Το φωτογραφίζει αυτό το δικαιϊκό μας σύστημα, που στοιχειοθετεί την παθητική ή ενεργητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, όταν «κατά την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, απευθείας ή μέσω τρίτου (φυσικό ή νομικό πρόσωπο διά του εκπροσώπου του), ζητεί ή αποδέχεται μη οφειλόμενη παροχή ή δέχεται υπόσχεση παρόμοιας παροχής, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτον, προκειμένου να τελέσει ή να μην τελέσει πράξη κατά παράβαση των καθηκόντων του».
Το φαινόμενο της δωροδοκίας βρίσκεται σε έξαρση ή εν υπνώσει, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κοινωνία. Όταν η σήψη σ’ αυτήν είναι γενικευμένη, ο μη δωροδοκούμενος θεωρείται αφελής. Ο Φίλιππος της Μακεδονίας, αντιμετωπίζοντας τους Αθηναίους που βρίσκονταν σε κατάπτωση, έναν μόνον ξεχώρισε, όταν είπε για τους πρέσβεις που πήγαιναν στην Πέλλα: «Μηδείς Αθηναίος αδωροδόκητος πλην Ξενοκράτους», καθότι -έγραψε ο Διογένης Λαέρτιος-, «ως μόνος είη Ξενοκράτης των προς αυτόν αφιγμένων αδωροδόκητος». Τούτ’ αυτό λεγόταν και για τον Φωκίωνα. Στις εποχές σήψεις δηλαδή, οι αδωροδόκητοι μετριούνταν στα δάχτυλα και αποτελούσαν εξαιρέσεις.
Και φυσικά, ο Φίλιππος το εκμεταλλεύθηκε, προχωρώντας ακόμη περισσότερο! Για να αποενοχοποιηθεί προφανώς από τις δωροδοκίες που διέπραττε (ο Φωκίων έγραψε, πως πρώτα «εισιέναι» στις πόλεις ο χρυσός των Μακεδόνων, και ύστερα το στράτευμα) έφθασε μέχρι του σημείου -όπως διέδιδαν οι Αθηναίοι- να δωροδοκήσει και την Πυθία ακόμη για να του δώσει χρησμό… ιεροποίησης της δωροδοκίας! Το Μαντείο των Δελφών του έδωσε χρησμό «αργυραίς λόγχαις μάχου και πάντων κρατήσεις…». Οι αργυρές λόγχες, ήταν τα αργυρά νομίσματα.
Ο Αισχύλος, χρησιμοποίησε στην τραγωδία του, «Αγαμέμνων» την φράση «βους επί γλώσση βέβηκεν» («ένα μεγάλο βόδι πατάει την γλώσσα μου»), που αποτελούσε παροιμιώδη έκφραση, για κάποιον που δεν μιλάει εξ αιτίας χρημάτων («ει τις επ’ αργυρίω σιωπήσειν»), και τούτο επειδή στην μια όψη της αθηναϊκής δραχμής παριστανόταν ένα βόδι.
Για κατακλείδα, επαναλαμβάνω αυτό που έγραψα παραπάνω: Όταν η σήψη κυριεύσει την κοινωνία, η δωροδοκία δεν πατάσσεται.
Ο Μακεδών