Στον αέρα βρίσκεται η διενέργεια δημοψηφίσματος για την ανάπλαση της ΔΕΘ, μετά τη χθεσινή επιστολή του Γενικού Γραμματέα του δήμου Θεσσαλονίκης Μιχάλη Μήττα προς την εκπρόσωπο της Οργανωτικής Επιτροπής Μαρία Κέκη, μέσω της οποίας γνωστοποιούσε τη θέση της Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών ότι δεν είναι δυνατή η επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων καθώς δεν υπήρχαν φυσικές ή ηλεκτρονικές υπογραφές.
Μάλιστα, ο κ. Μήττας τόσο στην επιστολή του όσο και στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε χθες με την κ. Κέκη τόνισε την κατά τον «νόμο ορθή συμπλήρωση του αιτήματος» που κατατέθηκε την περασμένη Δευτέρα στον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου. Ουσιαστικά, δηλαδή, εάν υπάρχουν οι υπογραφές των 23.214 ατόμων, ο δήμος ζητεί να κατατεθούν προκειμένου οι υπάλληλοι της αρμόδιας Διεύθυνσης του δήμου να πραγματοποιήσουν τον έλεγχο.
Άμεση ήταν η αντίδραση της Οργανωτικής Επιτροπής, μέσω τριών νομικών–συνταγματολόγων Ιφιγένειας Καμτσίδου, Ακρίτα Καιδατζή και Χαράλαμπου Κουρουνδή, οι οποίοι κάνουν λόγο για νομικά αβάσιμα επιχειρήματα και κατηγορώντας τον δήμο για προχειρότητα και βιασύνη να απορρίψει το αίτημα διενέργειας τοπικού δημοψηφίσματος. Τονίζουν μάλιστα πως η διοίκηση του αποφάσισε «να υπάγει τη δημοκρατία στην τυπολατρία» και την καλούν να αναθεωρήσει την απόφασή της.
Επιστολή στον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου
Σήμερα τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής αναμένεται να αποστείλουν απαντητική επιστολή προς τον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Σπύρου Βούγια, αφήνοντας πολιτικές αιχμές για τη στάση της διοίκησης. Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της Επιτροπής Μαρία Κέκη, ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται η διοίκηση την υπόθεση είναι εξωθεσμικός, τονίζοντας ότι υπεύθυνος για τη διαδικασία είναι ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, στον οποίο και κατατέθηκε ο φάκελος με τα 23.124 ονόματα των πολιτών που συμφωνούν με το αίτημά τους. Δεν είναι ξεκάθαρο ακόμα εάν θα υπάρξει προσφυγή σε κάποιο αρμόδιο όργανο μετά τις τελευταίες εξελίξεις. Πάντως, επί της ουσίας αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο η Οργανωτική Επιτροπή να συγκεντρώσει τις υπογραφές, με δεδομένο ότι περίπου το 75% των ατόμων συμμετείχε στην κίνηση διαδικτυακά μέσω της πλατφόρμας.
Όπως όλα δείχνουν η πολιτική μάχη, όπως έγραψε η Voria.gr σε πρόσφατο δημοσίευμα, θα δοθεί στις 30 Μαρτίου, στην επόμενη καθορισμένη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Εάν δεν κατατεθούν οι υπογραφές και η Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών, στην εισήγησή της προς το Δημοτικού Συμβούλιο, επιμείνει στη θέση ότι δεν είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων, τότε δεν θα προχωρήσει η προκήρυξη του δημοψηφίσματος.
Οι απαντήσεις του Γενικού Γραμματέα - Καμία δικλείδα που να διασφαλίζει ότι πράγματι υπήρξαν τόσοι μοναδικοί δημότες
Στα ζητήματα που έθιξαν οι τρεις νομικοί της Οργανωτικής Επιτροπής απάντησε με δημόσια ανάρτησή του σήμερα ο Γενικός Γραμματέας του δήμου και νομικός Μιχάλης Μήττας, ξεκαθαρίζοντας πως το θέμα δεν είναι νομικό. Ο κ. Μήττας επαναλαμβάνει ότι ουδεμία υπογραφή υποβλήθηκε ενώπιον των υπηρεσιών του δήμου «ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος συνδρομής των προϋποθέσεων του αιτήματος, ήτοι ο έλεγχος της ταυτότητας και της σοβαρότητας της βούλησης (έστω κατά την διατύπωση της υπ' αρ. 2524/2003 ΣτΕ) δημοτών που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 10% του συνόλου των εγγεγραμμένων». Ξεκαθαρίζει μάλιστα ότι «αυτή τη διαπίστωση, που δεν είναι τυπική, αλλά αφορά στην ουσία».
Ο Γενικός Γραμματέας σημειώνει στην απάντησή του ότι ο δήμος πρέπει να αξιολογήσει τη βούληση πολιτών, «που ουδέποτε εκφράστηκε ενώπιον της διοίκησης (κάτι τέτοιο φυσικά δεν είναι η ιστοσελίδα της οργανωτικής επιτροπής), ουδέποτε ταυτοποιήθηκαν (η ίδια ιστοσελίδα δεν παρέχει διαδικασία ταυτοποίησης του υποβάλλοντος την ηλεκτρονική φόρμα) και ουδέποτε υπέβαλαν οποιοδήποτε έγγραφο».
«Η εισαγωγή στοιχείων σε μια ηλεκτρονική φόρμα, χωρίς διαδικασία ταυτοποίησης ή υποβολής οποιουδήποτε συνοδευτικού, αυτονόητα δεν παρέχει κανένα εχέγγυο για το ποιος τη συμπλήρωσε ούτε για το αν ήθελε πράγματι να απευθυνθεί ενώπιον οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής, με σκοπό την έκδοση της απόφασης, η οποία (όπως ήδη περιγράφηκε) αποτελεί διοικητική πράξη», τονίζει και προσθέτει: «Δεν παρέχει, εν ολίγοις, καμία δικλείδα που να διασφαλίζει ότι πράγματι υπήρξαν τόσοι μοναδικοί δημότες που θέλησαν την πρόκληση δημοψηφίσματος με το συγκεκριμένο ερώτημα».
Μάλιστα ο κ. Μήττας παρουσιάζει και παλαιότερη θέση των νομικών της Οργανωτικής Επιτροπής αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «αυτή η δικλείδα θα ήταν οι νόμιμες υπογραφές, φυσικές ή ψηφιακές, το οποίο άλλωστε μέχρι προ τινος, ρητά δήλωνε και η οργανωτική επιτροπή του δημοψηφίσματος (σχετική ανακοίνωσή της από 26/9/2025)».
Πάντως ο Γενικός Γραμματέας επισημαίνει ότι ο Δήμος Θεσσαλονίκης θα αποφασίσει για το αίτημα που υποβλήθηκε, όπως ορίζει ο ν. 4555/2018, δια του Δημοτικού Συμβουλίου, αφού πριν οι υπηρεσίες του πριν βεβαιώσουν ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις λήψης της σχετικής απόφασης, όπως άλλωστε ρητά προβλέπεται από τον ίδιο νόμο.

Αναλυτικά η ανάρτηση του κ. Μήττα:
Με πολύ σεβασμό στους συναδέλφους νομικούς και σε όσους εργάστηκαν για την πρόκληση δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ
Η διαδικασία προκήρυξης τοπικού δημοψηφίσματος, με ή χωρίς λαϊκή πρωτοβουλία προβλέπεται στα 133 επ. του ν. 4555/2018 και όχι στο Σύνταγμα. Διαφέρει, ως προς αυτό, σαφώς και ουσιωδώς από την διαδικασία προκήρυξης Εθνικού δημοψηφίσματος (όπου πάντως δεν προβλέπεται λαϊκή πρωτοβουλία). Όπως επίσης διαφέρει και ως προς τη διαδικασία προκήρυξής του. Στη μεν διαδικασία του α. 44 του Συντάγματος, το δημοψήφισμα προκηρύσσεται με απόφαση της Βουλής και του Προέδρου της Δημοκρατίας, τα οποία αμφότερα αποτελουν, κυβερνητικά όργανα, των οποίων οι πράξεις ασφαλώς δεν ελέγχονται δικαστικά. Αντίθετα, τα τοπικά δημοψηφίσματα του ν. 4555/2018 προκηρύσσονται με απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο αποτελεί αιρετό μεν, διοικητικό όργανο δε και πάντως σίγουρα όχι κυβερνητικό. Οι αποφάσεις του, αποτελούν διοικητικές και φυσικά όχι κυβερνητικές, πράξεις που ασφαλώς ελέγχονται ως προς τη νομιμότητα, όπως μάλιστα ρητά και ειδικά αναφέρεται στο α. 137 ν. 4555/2018. Αρμόδια για τον διοικητικό έλεγχο νομιμότητας τους, ο οποίος μάλιστα ορίζεται ρητά ως υποχρεωτικός, είναι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, ως έκφανση της αρμοδιότητας του κράτους να ασκεί εποπτεία στους ΟΤΑ. Έλεγχος δε, μπορεί να ασκηθεί και κατόπιν προσφυγής, όπως επίσης ρητά προβλέπεται στο ίδιο άρθρο. Αναμφισβήτητα φυσικά, ως διοικητική (και όχι κυβερνητική) πράξη, η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως βέβαια και της Αποκεντρωμένης μετά την άσκηση ελέγχου της, προσβάλλονται ενώπιον της Διοικητικής Δικαιοσύνης. Κατά τούτα, η επικαλούμενη υπ' αρ. 2787/2015 ΣτΕ, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης ακύρωσης κατά της κυβερνητικής πράξης προκήρυξης του δημοψηφίσματος του 2015, ουδόλως συμβάλλει στο ζήτημα που μας απασχολεί και το οποίο είναι μια πράξη διοικητικού οργάνου, προβλεπόμενη από κοινό νόμο και ρητά υποκείμενη σε έλεγχο.
Ως προς το δεύτερο ζήτημα, εκείνο δηλαδή της υποβληθείσας αίτησης, είναι πράγματι γνωστή η θέση που είχε εκφράσει το ΣτΕ. Θέση όμως που αφορούσε σε αιτήματα ενώπιον της διοίκησης από πολίτες των οποίων η πραγματική βούληση ευχερώς μπορούσε να συνταχθεί από τα συνυποβαλλομενα έγγραφα και στοιχεία. Εμείς όμως έχουμε να αξιολογήσουμε τη βούληση πολιτών, που ουδέποτε εκφράστηκε ενώπιον της διοίκησης (κάτι τέτοιο φυσικά δεν είναι η ιστοσελίδα της οργανωτικής επιτροπής), ουδέποτε ταυτοποιήθηκαν (η ίδια ιστοσελίδα δεν παρέχει διαδικασία ταυτοποίησης του υποβάλλοντος την ηλεκτρονική φόρμα) και ουδέποτε υπέβαλαν οποιοδήποτε έγγραφο. Αντίστροφα, η εισαγωγή στοιχείων σε μια ηλεκτρονική φόρμα, χωρίς διαδικασία ταυτοποίησης ή υποβολής οποιουδήποτε συνοδευτικού, αυτονόητα δεν παρέχει κανένα εχέγγυο για το ποιος τη συμπλήρωσε ούτε για το αν ήθελε πράγματι να απευθυνθεί ενώπιον οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής, με σκοπό την έκδοση της απόφασης, η οποία (όπως ήδη περιγράφηκε) αποτελεί διοικητική πράξη. Δεν παρέχει, εν ολίγοις, καμία δικλείδα που να διασφαλίζει ότι πράγματι υπήρξαν τόσοι μοναδικοί δημότες που θέλησαν την πρόκληση δημοψηφίσματος με το συγκεκριμένο ερώτημα. Αυτή η δικλείδα θα ήταν οι νόμιμες υπογραφές, φυσικές ή ψηφιακές, το οποίο άλλωστε μέχρι προ τινος, ρητά δήλωνε και η οργανωτική επιτροπή του δημοψηφίσματος (σχετική ανακοίνωσή της από 26/9/2025).
Αυτά όμως, χωρίς αμφιβολία, κάθε νομικός τα γνωρίζει, όπως φυσικά τα γνωρίζουν και οι έγκριτοι νομικοί παραστάτες της οργανωτικής επιτροπής του δημοψηφισματος. Για το λόγο αυτό πιθανότατα καταλήγουν να μέμφονται τις υπηρεσίες του Δήμου (και εμένα ως προς την άσκηση των καθηκόντων μου) για "εξάντληση τυπικότητας" απέναντι στη Δημοκρατία. Η τυπικότητα όμως είναι και αυτή μια εγγύηση. Τόσο ως προς την έγκυρη, σοβαρή και (κυρίως) πραγματική έκφραση της λαϊκής βούλησης, όσο και ως προς το Δήμο Θεσσαλονίκης, ως σύνολο υλικών πόρων και ανθρώπων που ευθύνονται για τη διαχείριση τους (το περίφημο εκατομμύριο το κόστους). Είναι μια εγγύηση ώστε κάθε ενέργεια, απ' όπου και αν πηγάζει, περιβάλλεται από την αναγκαία νομιμότητα που δεν θα επιτρέψει τη μελλοντική της αμφισβήτηση ή την διακινδύνευση των ανθρώπων που καλούνται να την υπηρετήσουν.
Προς ώρας πάντως ούτε εδώ έχουμε φτάσει. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης θα αποφασίσει για το αίτημα που υποβλήθηκε, όπως ορίζει ο ν. 4555/2018, δια του Δημοτικού Συμβουλίου. Εκείνο που οφείλουν να πραξουν οι υπηρεσίες του πριν, είναι να βεβαιώσουν ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις λήψης της σχετικής απόφασης, όπως άλλωστε ρητά προβλέπεται από τον ίδιο νόμο (α. 134 να. 4555/2018). Δεν έχει λοιπόν έως σήμερα εκδοθεί κάποια απόφαση, για την οποία άλλωστε δεν είμαστε αρμόδιοι η υπηρεσία, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ή εγώ.
Έχει πάντως διαπιστωθεί ένα γεγονός: ότι ουδεμία υπογραφή υποβλήθηκε ενώπιον μας ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος συνδρομής των προϋποθέσεων του αιτήματος, ήτοι ο έλεγχος της ταυτότητας και της σοβαρότητας της βούλησης (έστω κατά την διατύπωση της υπ' αρ. 2524/2003 ΣτΕ) δημοτών που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 10% του συνόλου των εγγεγραμμένων. Αυτή τη διαπίστωση, που δεν είναι τυπική, αλλά αφορά στην ουσία, κοινοποίησα στην εκπρόσωπο της οργανωτικής επιτροπής, όπως μου επέτασσε η καλή πίστη, με την πρόσκληση να συμπληρωθούν τα ελλείποντα στοιχεία.