Ακόμα πιο ευνοϊκός καθίσταται για τη χώρα (και τις μεγάλες επιχειρήσεις) ο δανεισμός, υπό την έννοια ότι γίνεται ακόμα πιο φθηνός. Για την ακρίβεια, το κόστος του χρήματος για την Ελλάδα, στις διεθνείς αγορές, υποχωρεί πλέον σε επίπεδα – ρεκόρ, κάνοντας το οικονομικό επιτελείο ακόμα πιο ανυπόμονο, ενώ προετοιμάζεται για την επόμενη έξοδο με νέα ομολογιακή έκδοση.
Το γεγονός ότι πλέον το δεκαετές φλερτάρει πλέον με τα επίπεδα του 1%, καθώς κινείται μεταξύ 1,2% και 1,4%, φαντάζει εξωπραγματικό κι εννοείται ότι δικαιολογεί όλο αυτό το αισιόδοξο κλίμα.
Ήδη, έχει σπάσει μια φορά το φράγμα του 1,2% προς τα κάτω, και σε κάποια φάση άρχισε να οδεύει ολοταχώς προς το 1,1%, με το 1,0%, για να ξαναπάρει αμέσως μετά την ανοδική πορεία και πάλι. Στο Μέγαρο Μαξίμου, όπως είναι φυσικό, πανηγυρίζουν. Κι έχουν έναν επιπλέον λόγο να το κάνουν. Διότι τα ελληνικά ομόλογα ευνοούνται εκτός από το γενικότερο κλίμα που επικρατεί στην ευρωζώνη κι από το γεγονός ότι η ΕΚΤ ξεκίνησε και πάλι τις αγορές ομολόγων στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης. Πρόκειται για το γνωστό QE 2, που άφησε ως παρακαταθήκη πίσω του ο πρώην, πλέον, πρόεδρος της Ευρωτράπεζας, Μάριο Ντράγκι φεύγοντας από τη Φρανκφούρτη.
Εννοείται βεβαίως ότι ανάλογη είναι η εικόνα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, η απόδοση του γερμανικού ομολόγου αυξήθηκε κι άλλο, αλλά κινούμενο πάντα σε αρνητικό πεδίο. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Πως όταν βρισκόμαστε σε περιοχή αρνητικών αποδόσεων η άνοδος της τιμής του ομολόγου οδηγεί σε άνοδο της απόδοσης του. Δηλαδή, λειτουργεί αντίστροφα. Γι αυτό και το πάρτι εξελίσσεται παντού. Και γι αυτό όλοι σπεύδουν να το αξιοποιήσουν. Κράτη, αλλά και εταιρείες.