Οι πολλαπλοί κραδασμοί που υφίστανται οι λεγόμενες μικρές τράπεζες στις ΗΠΑ προκαλούν ανησυχίες και πολλά ερωτήματα αν η κρίση θα περάσει σε τράπεζες της Ευρώπης ενώ ήδη υπήρξε θέμα με την Gredid Suisse.
Για τον καθηγητή ΧρηματοΟικονομικών του Πανεπιστημίου Πειραιά, Μιχάλη Γκλεζάκο οι διαφορές που υπάρχουν στην εποπτεία των τραπεζών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ είναι μεγάλες και ο λόγος γιατί οι ευρωπαϊκές τράπεζες και κατ΄επέκταση οι καταθέτες είναι πιο προστατευμένοι σε σχέση με τους Αμερικανούς καταθέτες.
Ποια είναι όμως η ρίζα του κακού και οι τράπεζες δείχνουν αδύναμες ενώ κάποιες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα φτάνοντας στο σημείο του λουκέτου ή της εξαγοράς;
«Όλα ξεκινούν από το ότι, σε Ευρώπη και ΗΠΑ, τα τραπεζικά ιδρύματα έχουν στο χαρτοφυλάκιο τους ομόλογα πολύ μεγάλης αξίας. Όπως ξέρουμε, με την άνοδο των επιτοκίων πέφτουν οι τιμές των ομολόγων. Πάντα η τιμή ενός ομολόγου ακολουθεί αντίστροφη πορεία με τα επιτόκια. Δηλαδή, ανεβαίνουν τα επιτόκια, πέφτει η τιμή του ομολόγου. Κατεβαίνουν τα επιτόκια, ανεβαίνει η τιμή του ομολόγου. Επειδή λοιπόν συστηματικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα ανεβαίνουν τα επιτόκια σε όλο τον κόσμο, για αυτόν τον λόγο η αξία των ομολόγων που είναι στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών πέφτει. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια ζημιά τεράστια στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, η οποία βέβαια δεν φαίνεται όσο δεν ρευστοποιούνται τα ομόλογα, είναι απλά λογιστική ζημία. Όμως, οι τράπεζες που αναγκάζονται να τα ρευστοποιήσουν υφίστανται τη ζημία όπως έγινε με την Silicon Valey Bank, με την Gredit Suisse και με τις άλλες τράπεζες που αντιμετώπισαν τον τελευταίο καιρό προβλήματα» είπε στη voria.gr ο κ. Γκλεζάκος.
Όταν οι τράπεζες καταγράφουν ζημίες, οι καταθέτες αρχίζουν να φοβούνται ότι θα χάσουν τα χρήματα τους. Ακολουθεί πανικός, με τους καταθέτες να σπεύδουν να σηκώσουν τις καταθέσεις τους (το λεγόμενο bank run) κι όπως λέει ο καθηγητής «καμιά τράπεζα στον κόσμο δεν μπορεί να αντέξει ένα bank run, γιατί τα λεφτά που παίρνει από τις καταθέσεις δεν μένουν στο ταμείο, αλλά χορηγούνται σχεδόν στο σύνολο τους με μορφή δανείων».
«Άρα όταν τρέχουν όλοι μαζί να πάρουν τα λεφτά τους, η τράπεζα δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να βρεθεί κάποιος να της δανείσει τη ρευστότητα που χρειάζεται. Αυτός ο «κάποιος» μπορεί να είναι η κεντρική τράπεζα ή κάποια μεγάλη τράπεζα. Μια άλλη λύση είναι η εξαγορά της πάσχουσας τράπεζας από μια υγιή, όπως έγινε προ ημερών με την εξαγορά της First Republic Bank από τη Morgan Stanley. Το ίδιο έκανε και η UBS με την Credit Suisse. Αν κάτι από αυτά δεν γίνει, η τράπεζα καταρρέει» είπε.
Ο κ. Γκλεζάκος εκτιμά ότι τα περιστατικά με τις τράπεζες στις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά δύσκολο να εμφανιστούν στην Ευρώπη καθώς «υπάρχει ένα αυστηρό σύστημα ελέγχου των τραπεζών από τις εποπτεύουσες κεντρικές τράπεζες των επιμέρους χωρών και από την ΕΚΤ (που εποπτεύει τις κεντρικές τράπεζες), που δεν τις αφήνει να εκτίθενται σε μεγάλους κινδύνους. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε τράπεζα πρέπει να διαθέτει «κεφαλαιακή επάρκεια», δηλαδή να διατηρεί επαρκή ρευστότητα για να μπορεί να αντιμετωπίσει έκτακτες καταστάσεις. Εκτός, βέβαια, όπως επισημαίνει ο κ. Γκλεζάκος από την περίπτωση που θα συμβεί ενα bank run. «Αυτό δεν αντιμετωπίζεται με τίποτα».
«Στην Αμερική, που τα social media ασκούν μεγάλη επιρροή στο κοινό, αρκούν κάποια στοχευμένα δημοσιεύματα για να προκαλέσουν πανικό. Το είδαμε αυτό κυρίως στην περίπτωση της Silicon Valley Bank και των άλλων μικρομεσαίων τραπεζών που αντιμετώπισαν πρόσφατα μεγάλο πρόβλημα» λέει ο κ. Γκλεζάκος, προσθέτοντας ότι σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, υπάρχουν ακόμα πολλές μικρές τράπεζες στις ΗΠΑ, περίπου 200, που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση.
Με τις ευρωπαϊκές τράπεζες να είναι θωρακισμένες λόγω και των εποπτικών μηχανισμών ο κ. Γκλεζάκος το μόνο που διαπιστώνει ως «ευαίσθητο σημείο» είναι ο μη διαχωρισμός εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής δραστηριότητας. Το θέμα αυτό είχε συζητηθεί το 2008, μετά την κατάρρευση της αμερικανικής Lehman Brothers που προκάλεσε παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, όμως ο διαχωρισμός δεν έγινε.
«Το 2008 θυμάμαι ότι η κα Μέρκελ είχε δεσμευθεί να αναλάβει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες ώστε να καθιερωθεί πανευρωπαικά μια τέτοια διαφοροποίηση των τραπεζικών λειτουργιών, αλλά δεν έκανε τίποτα. Έτσι, συνεχίζεται η ίδια τακτική (που έφερε την κρίση του 2008) για πάνω από 30 χρόνια. Οι τράπεζες που παίρνουν καταθέσεις θα έπρεπε να περιορίζονται στο να δίνουν μόνο δάνεια και να παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες κίνησης κεφαλαίων κλπ, ώστε να μη βάζουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις του κόσμου. Αντί γι αυτό, επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία με σημαντικό κίνδυνο, όπως ομόλογα χαμηλής διαβάθμισης, παράγωγα κλπ. Κατά ένα μέρος η εποπτεία περιορίζει αυτούς τους κινδύνους επιβάλλοντας στις τράπεζες που αναλαμβάνουν μεγαλύτερους κινδύνους να διαθέτουν μεγαλύτερη κεφαλαιακή επάρκεια. Παρ όλα αυτά, δεν επιτυγχάνεται το επίπεδο ασφάλειας που θα είχαμε σε ένα περιβάλλον καθαρού διαχωρισμού των τραπεζών σε εμπορικές και επενδυτικές» κατέληξε ο κ. Γκλεζάκος.