Μετά τους εκατοντάδες επενδυτές που όπως γνωρίζει από πρώτο χέρι κάνουν ουρά για να βάλουν τα λεφτά τους στην Ελλάδα, αλλά αποθαρρύνονται από το προβληματικό γραφειοκρατικό σύστημα, για το οποίο φυσικά ευθύνονται τα 40 χρόνια της μεταπολίτευσης, ο κ. Δημήτρης Μάρδας επιχειρεί να εντοπίσει δυνητικούς επενδυτές ακόμη και ανάμεσα στους Σύριους πρόσφυγες που βρίσκονται στην Ελλάδα. Αρκεί να διαθέτουν 250.000 ευρώ, ποσό στο οποίο ο ίδιος καθόρισε την ταρίφα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο καθηγητής Οικονομικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος διετέλεσε Γενικός Γραμματέας Εμπορίου επί Σημίτη και τους τελευταίους 14 μήνες βρίσκεται στην κυβέρνηση –αρχικά στο υπουργείο Οικονομικών και τώρα στο υπουργείο Εξωτερικών- διαθέτει τις θεωρητικές γνώσεις και την πρακτική εμπειρία να διατυπώνει ρεαλιστικές θέσεις και απόψεις. Επομένως περιμένουμε να δούμε, τόσο τους ξένους επενδυτές (Ευρωπαίους, Αμερικανούς, Ασιάτες) που συνωστίζονται στους προθαλάμους και τα γραφεία των υπουργείων, όσο και τους Σύριους businessmen, οι οποίοι δραπέτευσαν από τον πόλεμο και πιθανόν να θέλουν να αξιοποιήσουν το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο και τα λεφτά τους στην Ελλάδα. Άλλωστε η απευθείας εμπειρία τους στη χώρα μας σε σχέση με την οργάνωση του κράτους και τις προοπτικές της οικονομίας δεν μπορεί παρά να είναι θετική!
Μέχρι να συμβούν όλα αυτά τα θαυμαστά οι εγχώριοι επενδυτές, δηλαδή οι Έλληνες επιχειρηματίες, περιμένουν από την κυβέρνηση να ψηφίσει το νέο αναπτυξιακό νόμο. Κάτι που καθυστερεί μήνες τώρα και διαρκώς διολισθαίνει προς το αύριο, αφού όλο το 2015 οι αρμόδιοι διαβεβαίωναν ότι από τις αρχές του 2016 θα ξεκινούσε η εφαρμογή του. Αντ’ αυτού η τύχη του αγνοείται, παρά τις παρουσιάσεις που έχει κάνει σε επιχειρηματικούς φορείς ο Γενικός Γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων καθηγητής Λόης Λαμπριανίδης, αλλά και παρά τις δηλώσεις του καθ’ ύλην αρμόδιου υπουργού Ανάπτυξης, επίσης καθηγητή Γιώργου Σταθακη.
Με δεδομένο ότι ο αναμενόμενος αναπτυξιακός νόμος θα είναι –σύμφωνα με τις επίσημες δηλώσεις- ιδιαίτερα ευνοϊκός για τον αγροδιατροφικό τομέα της παραγωγής, για τον τουρισμό και για τον κλάδο της πληροφορικής και των επικοινωνιών, ενώ γενικότερα οι αναπτυξιακοί νόμοι αξιοποιούνται από το δευτερογενή τομέα της οικονομίας, δηλαδή τη μεταποίηση, η αναμονή για την εφαρμογή του στη Β. Ελλάδα είναι μεγάλη. Όπως μεγάλη είναι και η απογοήτευση από την καθυστέρηση.
Τα χρόνια της ανάπτυξης στη δεκαετία του 2000 οι επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν της τάξεως του 10% του ΑΕΠ ετησίως. Σήμερα το 10% είναι το ποσοστό της αποεπένδυσης στη χώρα, που σύμφωνα με εκτιμήσεις για να επιστρέψει στο επίπεδο του 2008 χρειάζεται επενδύσεις 100 δισ. ευρώ. Ένα ποσό που είναι πολύ μεγάλο, αλλά με τις κατάλληλες κινήσεις (αξιοποίηση ΕΣΠΑ και πακέτου Γιουνγκέρ, επιτάχυνση ιδιωτικοποιήσεων κ.λπ.) μπορεί να επιτευχθεί, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα κινητοποιηθούν ξένοι επενδυτές. Σε αυτό το πλαίσιο ο αναπτυξιακός νόμος, που πιθανόν να μην ήταν απαραίτητος σε μια ακμάζουσα οικονομία, θεωρείται στα χρόνια της κρίσης απαραίτητο εργαλείο. Τότε ίσως στη Β. Ελλάδα εμφανιστούν ξένοι που να θέλουν να κάνουν δουλειά και που μέχρι στιγμής δεν εμφανίζονται μαζικά ούτε στη Μακεδονία, ούτε στη Θράκη, ούτε στην Ήπειρο.
Ως γνωστόν στην Ελλάδα λέγονται πολλά και γίνονται λίγα. Ειδικά από τα χείλη πολιτικών ενίοτε ακούγονται εξωφρενικά πράγματα, με την έννοια ότι δεν έχουν σχέση ούτε με τη σημερινή, ούτε με την αυριανή πραγματικότητα. Η εμπειρία σε αυτή τη χώρα είναι, πλέον, αρκετή, ώστε ο καθένας που διαθέτει απλή λογική και κοινή αίσθηση να αντιλαμβάνεται ποια και πόσα απ’ όσα λέγονται για τις ανάγκες της δημοσιότητας έχουν επαφή με τον ρεαλισμό ή είναι απλώς ιδέες που ίσως να είχαν αξία στο πλαίσιο κάποιας ακαδημαϊκής συζήτησης. Άλλωστε ο Δ. Μάρδας είναι καθηγητής…