Απάντηση προς τον Αμερικανό αντιπρόεδρό, Τζέι Ντι Βανς έδωσε κατά στο ξεκίνημα της ομιλίας του στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ο Γερμανός Καγκελάριος Όλαφ Σολτς λέγοντας πως «θα αποφασίσουμε μόνοι μας πώς θα συνεχίσουμε τη Δημοκρατία μας» και πως δεν θα δεχτεί ανθρώπους που «επεμβαίνουν στη δημοκρατία μας».
«Η Γερμανία είναι μια πολύ ισχυρή δημοκρατία, και ως ισχυρή δημοκρατία, είμαστε απολύτως ξεκάθαροι ότι η ακροδεξιά πρέπει να είναι εκτός πολιτικού ελέγχου και από διαδικασίες λήψης πολιτικών αποφάσεων και ότι δεν θα υπάρξει συνεργασία μαζί τους», είπε. «Απορρίπτουμε πραγματικά κάθε ιδέα συνεργασίας μεταξύ κομμάτων, άλλων κομμάτων και αυτών των ακροδεξιών κομμάτων».
Δείτε ακόμα - Γιατί ο Βανς επιτέθηκε στην Ευρώπη αλλά αδιαφόρησε για το ουκρανικό και την αμυντική ατζέντα
Ο Όλαφ Σολτς υποστήριξε ότι «οι Ευρωπαίοι θα στηρίζουν την Ουκρανία όσο είναι απαραίτητο, ακόμα και πέρα από οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία» και τόνισε ότι δεν πρόκειται να στηρίξουν καμία ειρήνη που απλά υπαγορεύεται.
«Θα υπάρξει ειρήνη μόνο εάν διασφαλιστεί η κυριαρχία της Ουκρανίας», είπε.
«Μια ισχυρή Ουκρανία με τη στήριξη της Δύσης είναι ένα δυνατό μήνυμα στον Πούτιν» σχολίασε.
Επισήμανε επίσης ότι «δεν θα δεχθούμε καμία λύση που οδηγεί σε αποσύνδεση της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ασφάλειας. Μόνο ένα άτομο θα ωφεληθεί από αυτό: ο Πρόεδρος Πούτιν. Εμείς οι Ευρωπαίοι θα εκπροσωπήσουμε αυτά τα συμφέροντα με σιγουριά και ενότητα στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις».
Ο Σολτς είπε ότι για να διασφαλιστεί ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί ξανά εάν επιτευχθεί ειρήνη στην περιοχή, οι υποστηρικτές του Κιέβου «πρώτα απ' όλα» χρειάζεται να «χτίσουν» τις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας στο μέλλον.
Προέβλεψε επίσης ότι η μελλοντική κυβέρνηση της Γερμανίας θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εξαίρεση για τις δαπάνες για την άμυνα και την ασφάλεια όταν βρεθεί αντιμέτωπη με το συνταγματικό όριο της χώρας για το ομοσπονδιακό δημόσιο χρέος.
Όπως είπε είναι σίγουρος ότι η μελλοντική ηγεσία της χώρας, που θα καθοριστεί στις εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου, θα εφαρμόσει αυτές τις εξαιρέσεις για να χαλαρώσει το λεγόμενο φρένο χρέους.
Υπογράμμισε επίσης ότι ενώ η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει την αμυντική της βιομηχανία, η Γερμανία θα συνεχίσει να αγοράζει στρατιωτικό υλικό από τις ΗΠΑ. Ζήτησε μια «ισχυρή ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων», αλλά πρόσθεσε ότι «δεν εγκαταλείπουμε τη διατλαντική ενοποίηση των αμυντικών μας βιομηχανιών. Θα συνεχίσουμε να αγοράζουμε νέο αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό στο μέλλον».