Skip to main content

Από τον Γιώργο στον Ορέστη και από τη Μαρία στη Νεφέλη τα ονόματα των Ελλήνων γράφουν... ιστορία

Πώς τα ονόματα που δίνουν στα παιδιά τους οι νεοέλληνες απεικονίζουν την ιστορική πορεία του ελληνισμού

Η επίσημη ιστορία γράφεται μέσα από έγγραφα και έγκυρες μαρτυρίες των υπευθύνων, που διαμορφώνονται από τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία προκύπτουν από την κουλτούρα που διαμορφώνει η καθημερινότητα στον τόπο και το χρόνο που συμβαίνουν. Αντίστοιχα, ο ανθρώπινος πολιτισμός καθορίζεται αφενός από τα γράμματα και τις τέχνες και αφετέρου από τις παραδόσεις που επηρεάζουν τον τρόπο ζωής στην κοινωνία, μεταξύ συγγενών, φίλων, συντοπιτών, συναδέλφων, ομοϊδεατών.

Στο πλαίσιο αυτό το βιβλίο του Μηνά Παπαγεωργίου «Η ανάρμοστος κατάχρησις», με υπότιτλο «Οι διαμάχες για τα αρχαία ελληνικά ονόματα, από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες έως την Επανάσταση του 1821 και από τα χρόνια του Διαφωτισμού μέχρι σήμερα», που εκδόθηκε πρόσφατα στη σειρά «Lux Orbis» των εκδόσεων iWrite της Θεσσαλονίκης, είναι αποκαλυπτικό.

Κυρίως, όμως, είναι μοναδικό ως προς το θέμα του, το οποίο αποτελεί βασικό -αν και αόρατο- πυλώνα του καθημερινού πολιτισμού κάθε οικογένειας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας. Διότι στην Ελλάδα η παράδοση ήθελε ανέκαθεν τα παιδιά να παίρνουν το όνομα της γιαγιάς ή του παππού. Αλλά σε αυτό το μοτίβο υπήρξε στο πέρασμα των χρόνων μια ουσιώδης διαφοροποίηση. Με την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας τα αρχαία ονόματα αντικαταστάθηκαν συντριπτικά από ονόματα αγίων, οσίων, οσιομαρτύρων της ορθόδοξης εκκλησίας. Πρόκειται ασφαλώς για πολιτιστική παρέμβαση στις εξελίξεις, καθοριστική για μια κοινωνία σε μετάβαση από τον ένα κόσμο στον επόμενο, που βοήθησε τόσο στην εμπέδωση του νέου πνεύματος, όσο και στην διαδικασία απομάκρυνσης από τις ιδέες του παρελθόντος.

Όπως εξηγεί ο Παπαγεωργίου στο πέρασμα των αιώνων υπήρξαν περίοδοι που η ονοματοδοσία με ονόματα από την αρχαιότητα επανήλθε. Η… μάχη άναψε και πάλι αρκετές φορές έως ότου φτάσαμε στο 1997, όταν με εγκύκλιό της η Εκκλησία της Ελλάδος επιχείρησε να ενσωματώσει ένα… κίνημα, στο οποίο η ίδια δεν μπορούσε, πλέον, να παρέμβει, δηλαδή να εμποδίσει ή να απαγορεύσει. Η ιεραρχία έκανε και επισήμως αποδεκτά στις βαπτίσεις τα αρχαιοπρεπή ονόματα.  

Δεδομένης της μεγάλης διαφοράς που υπάρχει -με βάση τα στοιχεία των ληξιαρχείων- ανάμεσα στα αστικά κέντρα, όπου την τελευταία 20ετία τα έχοντα την προέλευση τους στην αρχαιότητα ονόματα αυξάνονται αλματωδώς, και στις μικρότερες κοινωνίες της περιφέρειας, όπου η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των ονομάτων που δίνονται προέρχονται από την χριστιανική παράδοση, είναι προφανές ότι η ονοματοδοσία συνιστά κοινωνικό και πολιτισμικό παράγοντα.

Αποτελεί έναν ακόμη τρόπο, που σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία της καθημερινότητας, αλλά και την πολιτική συμπεριφορά κάθε περιοχής, βοηθάει κάποιον να «διαβάσει» τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Να εντοπίσει τις διαφορές και τις αποχρώσεις που υπάρχουν κυρίως ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο. Διότι είναι σίγουρο πως αν κάποιος μπει σε ένα ιδιωτικό νηπιαγωγείο της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και κάποιων άλλων ελληνικών πόλεων και φωνάξει -για παράδειγμα- το όνομα Νεφέλη, Δανάη, Ορέστη, πολλά χεράκια θα σηκωθούν. Κάτι που μάλλον δεν συνέβαινε 30 – 40 χρόνια πριν και μάλλον ούτε σήμερα θα συμβεί στο δημόσιο νηπιαγωγείο μιας κωμόπολης της ελληνικής περιφέρειας, όπου εξακολουθούν να πλειοψηφούν συντριπτικά οι Μαρίες, οι Δέσποινες και οι Κατερίνες.

Στο βιβλίο του ο Μηνάς Παπαγεωργίου παρουσιάζει δύο εντυπωσιακούς πίνακες από τα ληξιαρχεία της Ελλάδας. Επέλεξε τα 150 δημοφιλέστερα ονόματα στη χώρα -πρακτικά πάνω από το 95% των ονοματοδοσιών- και καταγράφει τη συχνότητα τους σε δύο περιόδους, με δέκα χρόνια διαφορά. Στην τριετία 2010 – 2012, στην οποία καταγράφονται 221.247 ονοματοδοσίες και στην τριετία 2020 – 2022, στην οποία οι ονοματοδοσίες έχουν μειωθεί σε 125.052, κατά περίπου 40%. Πέρα, λοιπόν, από το εμφανώς οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, που αναδύεται μέσω των δύο αριθμών, η αναλυτική καταγραφή των ονομάτων που δόθηκαν στα παιδάκια τα τελευταία 15 χρόνια αναδεικνύει τις αλλαγές που συντελούνται στις μέρες μας. Διότι μπορεί οι ισορροπίες να μην διαταράσσονται συγκλονιστικά, αλλά πάντως η τάση διαφοροποιείται. Στην περίοδο 2010 - 2012 τα πιο δημοφιλή αρχαιοπρεπή ονόματα αποτελούν περίπου το 10% του συνόλου (20.793 επί 221.247), ενώ δέκα χρόνια αργότερα το ποσοστό ανεβαίνει στο 15% (18.267 επί 125.052). Περί το 50% αύξηση σε σχέση με το σύνολο σε δέκα χρόνια δεν είναι καθόλου αμελητέο μέγεθος. Σε κάθε περίπτωση τα Γεώργιος, Μαρία, Ιωάννης, Κωνσταντίνος και Δημήτριος, που είναι σταθερά τα δημοφιλέστερα βαφτιστικά ονόματα στην Ελλάδα δεν… κινδυνεύουν να χάσουν τη θέση τους στις πρώτες θέσεις του σχετικού πίνακα, αλλά κι ο Αλέξανδρος, η Νεφέλη, η Δανάη, η Αθηνά, η Λυδία και η Αριάδνη αυξάνονται και… πληθύνονται!

Έχει πάντως ενδιαφέρον αυτό που γράφει -μεταξύ άλλων- στον επίλογο του βιβλίου «Η ανάρμοστος κατάχρησις» ο Παπαγεωργίου: «Παρά την ήττα του αρχαίου κόσμου, κάθε φορά που η ανθρωπότητα βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο (κοιτώντας παράλληλα κατάματα το σκοτάδι), επέλεξε να στραφεί για βοήθεια στον αρχαίο ελληνικό ή σε άλλες περιπτώσεις στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, ως πηγή έμπνευσης και άντλησης πολιτισμικών προτύπων. Και η αρχαία ονοματολογία αποτελεί αναμφίβολα και διαχρονικά ένα βασικότατο μέσο έκφρασης του πολιτισμού».

ΥΓ: Εννοείται πως όσοι επιλέγουν -πέρα από την παράδοση του παππού και της γιαγιάς- να δώσουν αρχαιοπρεπή ονόματα στα παιδιά τους δεν το κάνουν για ιδεολογικούς λόγους. Ίσως κάποιοι να επιλέγουν με την οπτική του θαυμασμού στον αρχαίο κόσμο, αλλά οι περισσότεροι το κάνουν για… αισθητικούς λόγους. Υποτίθεται ότι -για παράδειγμα- το Αριάδνη ακούγεται καλύτερα από το Χαρίκλεια, αν και αυτή είναι μια εκτίμηση που προϋποθέτει  εξαιρετικά περιορισμένα προσωπικά κριτήρια. Επίσης, για κάποιους γονείς είναι… μόδα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και άθελά τους, πολλοί χρησιμοποιούν την ονοματοδοσία με αρχαιοπρεπή ονόματα για κοινωνικούς -ή μήπως ταξικούς;- λόγους.

Image