Στον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, στο κράτος δικαίου, στη δίκη για την τραγωδία στο Μάτι, στον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών και σε όλα τα τρέχοντα θέματα της επικαιρότητας αναφέρθηκε ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ευάγγελος Βενιζέλος.
Για την ολοκλήρωση της δίκης για την τραγωδία στο Μάτι με τους 107 νεκρούς ο κ. Βενιζέλος είπε: «Εκφράζω καταρχάς για πολλοστή φορά τον βαθύ μου πόνο, συμπάσχω με τους συγγενείς των θυμάτων στο Μάτι και φυσικά με τους συγγενείς των θυμάτων στα Τέμπη, συμπάσχω με κάθε άνθρωπο που έχει περάσει αυτήν την τεράστια οδύνη και βεβαίως η σκέψη μας είναι πάντα στα ίδια τα θύματα, σε αυτούς που έφυγαν από κοντά μας και σε αυτούς που υπέστησαν πολύ σοβαρούς τραυματισμούς και έχει σημαδευτεί η ζωή τους. Να εκφράσει κανείς άποψη για μία δίκη χωρίς να την έχει παρακολουθήσει και μάλιστα για μία ποινική δίκη που βασίζεται στην προφορικότητα, δηλαδή στην ακροαματική διαδικασία, θα έλεγα ότι είναι ότι παράταιρο, επιστημονικά ανεπίτρεπτο. Όταν δω το κείμενο της απόφασης μαζί με τα πρακτικά θα μπορούσα να εκφραστώ, αλλά υπάρχει το περιβόητο περί δικαίου κοινό αίσθημα το οποίο φυσικά πρέπει να μας επηρεάζει και φυσικά το σεβόμαστε, αλλά σε ένα κράτος δικαίου ο νόμος είναι αυτός που ισχύει και το αρμόδιο όργανο, το δικαστήριο είναι αυτό που αποφασίζει. Εάν δικάζαμε με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα θα οδηγούμασταν σε μη παραδεκτές για το συνταγματικό κράτος, για το νεωτερικό κράτος και φυσικά το μετανεωτερικό, αποτελέσματα. Αντιλαμβάνομαι την οργή, αντιλαμβάνομαι τη δημοσιογραφική κριτική, την αναζήτηση ενσυναίσθησης, αλλά είναι σαν να ζητάμε από τον δικαστή να κρίνει επί τη βάσει μίας σκοπιμότητας, μίας σημαντικής, μπορεί και ιερής σκοπιμότητας, αλλά πάντως μίας σκοπιμότητας».
Σε ερώτηση για αν έχει βάση η εντύπωση της κοινής γνώμης πως η Ελλάδα είναι μια χώρα ατιμωρησίας, ειδικά όταν υπάρχει ευθύνη πολιτικών προσώπων, ο κ. Βενιζέλος είπε πως «σε πάρα πολλές χώρες, στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών, των δυτικών χωρών ισχύουν ειδικές διατάξεις για την ποινική ευθύνη των πολιτικών προσώπων, ακριβώς για να μη μετατρέπεται η πολιτική τους ευθύνη σε ποινική και η πολιτική αντιδικία σε δίκη. Το πιο διάσημο παράδειγμα των τελευταίων μηνών είναι η υπόθεση Τραμπ, ο Πρόεδρος Τραμπ διεκδικεί να του αναγνωρισθεί πλήρης προεδρική ασυλία για οτιδήποτε έχει κάνει έχοντας το αξίωμα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, άρα και για την κατάληψη του Κογκρέσου, λίγο πριν επικυρωθούν τα αποτελέσματα της εκλογής του Προέδρου Μπάιντεν. Ο ίδιος έχει υποστεί διαδικασία ενώπιον της Γερουσίας που συνεδρίασε ως ειδικό δικαστήριο. Σε όλα τα κράτη τα οποία ακολουθούν αυτή την παράδοση υπάρχουν ειδικές διαδικασίες που κάνουν επίκεντρό τους τη Βουλή. Στη Γαλλία μάλιστα, για παράδειγμα, που πέρασε από δίκη προσφάτως ο εν ενεργεία Υπουργός Δικαιοσύνης και κατέστη κατηγορούμενος ενώ ήταν και παρέμεινε Υπουργός Δικαιοσύνης, αποφασίζει την παραπομπή ένα δικαστικό όργανο, αλλά το δικαστήριο συγκροτείται κατά πλειοψηφία από κοινοβουλευτικά πρόσωπα, από μέλη της Εθνικής Συνέλευσης και της Γερουσίας. Άρα αντιλαμβάνεστε ότι αυτό υπηρετεί έναν σκοπό θεσμικό τέτοιον ο οποίος μπορεί να ξενίζει, από την άλλη μεριά».
Πρόσθεσε ακόμη πως «το γεγονός ότι τώρα δεν έχει κινηθεί καθόλου η διαδικασία αυτή, παρότι έχουν υποβληθεί μηνύσεις και για τη σύμβαση σε σχέση με τα έργα στον ΟΣΕ, αλλά και για αυτό καθεαυτό το γεγονός, σημαίνει ότι αυτό δεν το έχει εξετάσει επί της ουσίας η Βουλή. Από την άλλη μεριά, η σκευωρία Novartis απεδείχθη περίτρανα ότι ήταν μία σκευωρία που η Βουλή προσπάθησε να τη διαχειριστεί τότε με την πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κρυβόμενη πίσω από πρωτοβουλίες της δικαιοσύνης. Χρειάζεται γενικά μία, θα έλεγα, προσεκτική προσέγγιση των θεμάτων αυτών».
Επέμεινε ωστόσο ότι «Κράτος δικαίου έχουμε. Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση και μετά, τα τελευταία 50 χρόνια, κινείται στη σφαίρα των δυτικών δημοκρατιών, των συνταγματικών δημοκρατιών, των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η δημοκρατία που συνυπάρχει με το κράτος δικαίου, με τα ανθρώπινα δικαιώματα, με την αρχή της νομιμότητας και πρωτίστως με την αρχή της συνταγματικότητας».
Παραδέχτηκε πάντως ότι «υπάρχουν σκιές, βεβαίως υπάρχουν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεσμικών εγγυήσεων, βεβαίως υπάρχουν προβλήματα σε σχέση με το απόρρητο των επικοινωνιών, σε σχέση με τη λειτουργία των ανεξαρτήτων Αρχών, υπάρχουν προβλήματα τα οποία συνδέονται με τη λειτουργία της δικαιοσύνης και με την εσωτερική ανεξαρτησία κυρίως της δικαιοσύνης, γιατί κρίσιμες δεν είναι οι εξωτερικές επεμβάσεις, όσο οι εσωτερικές. Υπάρχουν διαμαρτυρίες για πολλά και διάφορα θέματα, τα οποία καταγράφονται με έναν θα έλεγα τυπικό τρόπο από διάφορους διεθνείς παρατηρητές».
Ο κ. Βενιζέλος κλήθηκε να σχολιάσει την άποψη κάποιων ιερέων που λέει ότι είναι ανεπιθύμητοι στους ναούς τις μέρες του Πάσχα οι πολιτικοί, οι οποίοι ψήφισαν την ισότητα στον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.
«Το ακούω με οδύνη. Αυτό είναι ένα είδος αφορισμού τον οποίο δεν μπορεί να επιβάλλει κανένας ιερέας, στην πραγματικότητα ούτε κανένας Επίσκοπος, μόνο Συνοδικά μπορούν να επιβληθούν παρόμοια επιτίμια και δεν νομίζω ότι η Σύνοδος έχει καμία διάθεση να επιβάλλει τέτοιους είδους πνευματικές κυρώσεις εκλαμβάνοντας το πολιτικό προσωπικό της χώρας ως ομάδα πιστών και όχι ως πολιτικό προσωπικό που στελεχώνει τα κρατικά όργανα. Εδώ όμως υπάρχει μία πολύ μεγάλη παρεξήγηση, κ. Κουβαρά, εδώ η πολιτεία έκανε μία επιλογή σε σχέση με τον γάμο των ομοφύλων, δεν είναι αυτή ακόμα η πλήρως κρατούσα στην Ευρώπη αλλά τείνει να επικρατήσει. Εν πάση περιπτώσει έγινε αυτή η επιλογή».
Δήλωσε ακόμη ότι η επιλογή αυτή τον βρίσκει απολύτως σύμφωνο, «όπως με έβρισκε σύμφωνο και το σύμφωνο συμβίωσης. Εδώ πρέπει να διασφαλίσουμε τα δικαιώματα αυτών που διαφέρουν, των λίγων, των μόνων, αυτών που αποκλίνουν, διότι εκεί δοκιμάζεται η ποιότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όχι στο mainstream, όχι στο κεντρικό ρεύμα, όχι στην πλειονότητα, αλλά στη μειονότητα κάθε είδους. Από εκεί και πέρα αυτό είναι μία κρατική πρόβλεψη, η Εκκλησία, η κάθε Εκκλησία, ας πάρουμε την ελληνική Εκκλησία, την Εκκλησία της Ελλάδος την Ορθόδοξη, κάθε Εκκλησία απευθύνεται στους πιστούς της, στην κοινότητα των πιστών της, οι πιστοί της, το corpus mysticum είναι η Εκκλησία, στην πραγματικότητα είναι το σώμα Χριστού. Αυτοί οι πιστοί θα ακολουθήσουν εφόσον πιστεύουν, αυτό που τους λέει η Εκκλησία τους, τη θεολογική αντίληψη των πραγμάτων. Αλλά δεν μπορεί η Εκκλησία, προκειμένου να επιβάλλει στους πιστούς της μία αντίληψη ηθικού χαρακτήρα για τη ζωή, όχι μία αντίληψη η οποία αφορά το δόγμα, αλλά την ηθική – δεν έχει σημασία, εάν το θεωρεί η Εκκλησία ως θεολογικού χαρακτήρα ζήτημα – να προστρέχει στο κράτος. Θα το επιβάλλει η ίδια με την εγκυρότητα του λόγου της, μέσω των δικών της θεολογικών και εκκλησιολογικών τρόπων, δεν θα το επιβάλλει διά του κράτους με τη νόμιμη βία που μονοπωλεί το κράτος. Δηλαδή δεν θα επιβάλλει μία επιλογή ζωής ότι «είναι κακό να είσαι ομοφυλόφιλος, είναι κακό να συνάπτεις γάμο ομοφύλων» επειδή το λέει το κράτος. Αυτό όποιος το πιστεύει ας το αποδεχθεί εκκλησιαστικά. Δείχνει πολύ μεγάλη αδυναμία πνευματική, θεολογική και ποιμαντική της Εκκλησίας να θέλει να πείσει τους πιστούς και να τους καθοδηγήσει πνευματικά διά του κράτους και του κρατικού νόμου, διότι ο κρατικός νόμος απευθύνεται σε πιστούς και απίστους, απευθύνεται στους πάντες, σε όποιον βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια και υπόκειται στην ελληνική έννομη τάξη. Από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να κάνει τις επιλογές του, δηλαδή ο νόμος επιτρέπει την άμβλωση, η Εκκλησία –αιώνες τώρα– δεν την επιτρέπει. Δεν ελέγχει τους πιστούς της για τη συμπεριφορά τους στην πραγματικότητα, ούτε έκανε την άμβλωση τόσο μεγάλο θέμα όσο το γάμο των ομοφύλων, αλλά το εάν κάποιος αποδέχεται ή δεν αποδέχεται την άμβλωση είναι ζήτημα συνειδησιακό, ζήτημα πίστης, ζήτημα ηθικό, ζήτημα βιοηθικό, όπως και να το χαρακτηρίσει κανείς. Η νομική ρύθμιση, η κρατική, είναι άλλο πράγμα, αφορά τους πολίτες και όσους βρίσκονται στην εξουσία της ελληνικής έννομης τάξης».
«Η Εκκλησία δεν πρέπει να εκλαμβάνει τον εαυτό της ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είναι ιερό καθίδρυμα, είναι το σώμα των πιστών, είναι εντέλει το σώμα του Χριστού, είναι μία ευχαριστιακή κοινότητα. Η Εκκλησία όμως είναι και κοινωνικό υποκείμενο, συλλογικό, ασκεί δικαιώματα θεμελιώδη. Όλοι περιμέναμε ότι όταν θα αναγνωρίσουμε την ατομική προσφυγή στο Στρασβούργο, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, θα προσφύγουν οι μουσουλμάνοι της Θράκης, προσέφυγαν τα ελληνικά ορθόδοξα μοναστήρια για τον νόμο Τρίτση για την περιουσία τους. Άρα η Εκκλησία διεκδικεί τα περιουσιακά της δικαιώματα, διεκδικεί την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και βεβαίως μπορεί να παρεμβαίνει ως πολιτικό υποκείμενο», δήλωσε ο κ. Βενιζέλος και πρόσθεσε: «Θα έλεγα ότι εάν είχαμε χωρισμό κράτους και Εκκλησίας, εάν η Εκκλησία δεν ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εάν δεν υπήρχε το άρθρο 3, αλλά υπήρχε μόνον η θρησκευτική ελευθερία, θα μπορούσε η πολιτική παρέμβαση της Εκκλησίας στις εκλογές υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων, υπέρ ή κατά υποψηφίων, να είναι πολύ μεγαλύτερη. Χωρισμός κράτους και Εκκλησίας δεν σημαίνει μία πολιτικά αδρανή ή κοινωνικά αδρανή Εκκλησία, σημαίνει ότι σεβόμαστε τη θρησκευτική ελευθερία όλων».
Σε ερώτηση για το ακούει θετικά τη συζήτηση για διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας ο κ. Βενιζέλος είπε πως αυτό είναι ένα θέμα που τον έχει απασχλήσει χρόνια. «Εμείς είχαμε προτείνει τον χωρισμό ήδη με την αρχική πρόταση αναθεώρησης του 1995 που ολοκληρώθηκε το 2001. Αντέδρασε υπερβολικά η Εκκλησία της Ελλάδος, ήταν ακόμα ο Μακαριστός Σεραφείμ, και είπαμε να μην αλλάξουμε το άρθρο 3 κυρίως για ποιον λόγο; Το άρθρο 3 που προβλέπει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία της επικρατούσας θρησκείας εγκαθιδρύει δύο διαφορετικά συστήματα σχέσεων κράτους και Εκκλησίας. Το πρώτο και το κύριο είναι η σχέση της ελληνικής πολιτείας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πρέπει να προστατεύουμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο το μειονοτικό, το εμπερίστατο όπως λέμε, και κυρίως να του προσδίδουμε τον διεθνή χαρακτήρα που έχει και που του αξίζει. Υπάρχει και ένα δεύτερο σύστημα, το σύστημα των σχέσεων με την Εκκλησία της Ελλάδος, με τους περιορισμούς που υπάρχουν, γιατί υπάρχουν περιοχές της χώρας στις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι η Εκκλησία στην Ελλάδα, τα Δωδεκάνησα, το Άγιον Όρος και ούτω καθεξής, η Κρήτη που είναι μία ημιαυτόνομη Εκκλησία. Άρα έχουμε δύο συστήματα, πρέπει οπωσδήποτε να προστατεύουμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Από την άλλη μεριά η βασική διάταξη επί τη βάσει της οποίας κανονίζονται οι σχέσεις είναι η θρησκευτική ελευθερία όλων, γιατί εάν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα η Εκκλησία η Ορθόδοξη δεν θα επικαλεσθεί την ιδιότητά της ως επικρατούσας, αλλά την ιδιότητά της ως υποκειμένου της θρησκευτικής ελευθερίας. Έχω πει λοιπόν, και το έχουν δεχθεί πολλοί συνάδελφοί μου στην επιστήμη, ότι θα αρκούσε να βάλουμε μία λιτή ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 3, ότι το άρθρο 3 σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας. Άλλωστε όλα αυτά τα θέματα τα ερμηνεύουμε πλέον υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τον προσηλυτισμό, το πώς ιδρύεις ευκτήριο οίκο, το τι συμβαίνει με τη διδασκαλία των θρησκευτικών, όλα αυτά πια λύνονται σε επίπεδο Στρασβούργου. Από εκεί και πέρα η Εκκλησία, εάν επικαλείται την ιδιότητά της ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, την προνομιακή της σχέση, νομίζω ότι υποτιμά τον εαυτό της, ενώ εάν επικαλείται τη θρησκευτική της ελευθερία κάνει ό,τι κάνουν όλοι σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και επειδή είναι ισχυρό ιστορικά και θρησκευτικά υποκείμενο, βεβαίως είναι αυτό που έχει και τον πρώτο λόγο. Αλλά πρέπει να δούμε με προσοχή και την τελευταία δημοσκόπηση, αυτή που δημοσιεύεται σήμερα στα «Νέα», της Metron Analysis, υπέρ του χωρισμού κράτους και Εκκλησίας 70%, αλλά, από την άλλη μεριά, υπέρ του θρησκευτικού γάμου σε σχέση με τον πολιτικό το 60%».