«Όσοι αναλαμβάνουμε τέτοια καθήκοντα είμαστε εκτεθειμένοι. Ακολουθούμε ό,τι έκαναν οι προηγούμενοι. Δεν μας εκπαιδεύει κανείς». Αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., που διετέλεσε διαχειρίστρια οικονομικής υπηρεσίας της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης εξέφρασε έντονο παράπονο για τις συνθήκες που επικρατούν στη θέση που υπηρέτησε. Βρέθηκε στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μαζί με άλλους πέντε συναδέλφους της, κατηγορούμενοι όλοι για παράβαση καθήκοντος. Έφτασαν στο δικαστήριο καθώς συναλλάσσονταν με τον διαχειριστή της Ασφάλειας μετά την αυτοκτονία του οποίου αποκαλύφτηκε έλλειμμα 700.000 ευρώ. Όλοι το μεσημέρι της Μεγάλης Τετάρτης κρίθηκαν αθώοι.
«Δεν έχω ούτε ειδίκευση στα οικονομικά, ούτε ποτέ είχα υπηρετήσει σε παρόμοια υπηρεσία. Είναι μεγάλη αδικία αυτό που συνέβη στο πρόσωπό μου», προηγήθηκε άλλη αστυνομικός, η οποία διετέλεσε επόπτρια οικονομικής υπηρεσίας και επίσης κατέληξε κατηγορούμενη. Τα όσα περιέγραψαν για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνονται οι συναλλαγές, φανερώνουν ένα καθεστώς σχεδόν ανεξέλεγκτο. Μεταφορές χρημάτων με απλές αποδείξεις, ενδοϋπηρεσιακά δάνεια και τακτικές που κανείς δεν έλεγχε. Μέχρι που τον Οκτώβριο του 2022 αυτοκτόνησε ο 40χρονος διαχειριστής στο πάρκινγκ του Αστυνομικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης και έσκασε το κανόνι. Περισσότεροι από 850 αστυνομικοί εξακολουθούν να διεκδικούν τα χρήματά τους από αποδοχές εκτός έδρας που ποτέ δεν εισέπραξαν, όμως η κεντρική υπηρεσία είχε καταβάλλει. Το έλλειμμα που βρέθηκε από τους ελέγχους σύμφωνα με τα πορίσματα και τα κατηγορητήρια που ακολούθησαν φτάνει τις 703.623,93 ευρώ. Κι όμως οι έλεγχοι εξακολουθούν να γίνονται με τους ίδιους βραδείς ρυθμούς. «Δεν γίνονταν έλεγχοι τακτικά όσο πρέπει. Πριν την αποκάλυψη είχε γίνει το 2017 και είχαν βρεθεί όλα εντάξει», κατέθεσε νωρίτερα στο ίδιο δικαστήριο σημερινός διαχειριστής οικονομικής υπηρεσίας στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση. «Όχι δεν γίνονται τακτικοί έλεγχοι», απάντησε στην ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου για το σημερινό καθεστώς ελέγχου την αρμοδιότητα των οποίων έχουν οι κεντρικές υπηρεσίες του Αρχηγείου. Σημείωσε όμως πως πλέον δεν διακινούνται χρήματα εν είδει δανείου μεταξύ υπηρεσιών. «Αυτό έχει σταματήσει. Από τότε οποιασδήποτε κίνηση γίνεται μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας» είπε και συμπλήρωσε «αν γινόταν έλεγχοι, ο ελεγκτής θα καταλάβαινε αυτά τα έγγραφα εσωτερικών καλύψεων».
Καταθέσεις και απολογίες στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο απλώς γνωστοποίησαν στους δικαστές ένα καθεστώς που επικρατεί εδώ και χρόνια στην αστυνομία, όπως και σε πολλές άλλες υπηρεσίες που διατηρούν διαχείριση χρηματικών ποσών με τέτοια μεγέθη συναλλαγών. Πριν από τους αξιωματικούς που αθωώθηκαν, στο εδώλιο δικαστηρίων βρέθηκαν στο παρελθόν και άλλοι συνάδελφοί τους, οι οποίοι χρειάστηκε να καλύψουν τρύπες από τις τσέπες τους για τις μπακάλικες πρακτικές που ακολουθούνταν επί χρόνια στις οικονομικές υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. στη Θεσσαλονίκη. Χωρίς να φταίνε και χωρίς να έχουν πάρει χρήματα. Όμως σε αυτές τις υπηρεσίες εξακολουθούν να τοποθετούνται ανειδίκευτοι στα οικονομικά αστυνομικοί. «Μαθαίναμε πώς γίνονταν από τους παλιούς», επιβεβαίωσε μία κατηγορούμενη αστυνομικός.
Η τρύπα
Η υπόθεση του ελλείμματος άρχισε να ερευνάται αμέσως μετά την αυτοκτονία του κεντρικού διαχειριστή του ταμείου της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης στις 10 Οκτωβρίου 2022. Το έλλειμμα των 703.000 ευρώ ήταν σε δύο επίπεδα. Ο διαχειριστής δεν απέδιδε ποσά που εισέπραττε από την κεντρική οικονομική υπηρεσία για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών και οδοιπορικών εξόδων μέσω της παγίας εντολής, όπως και δεν εξοφλούσε πλήρως τις δαπάνες των οδοιπορικών εξόδων των αστυνομικών που εκτελούσαν υπηρεσία εκτός νομού Θεσσαλονίκης.
Όπως επισημαίνεται στα δικαστικά έγγραφα μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, τα χρήματα κατέληγαν σε τυχερά παιγνίδια και σε στοιχηματικές εταιρίες. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται στοιχεία σύμφωνα με τα οποία σε ένα διάστημα επτά ετών είχε καταθέσει σε εταιρίες στοιχήματος ποσό 230.000 ευρώ, ενώ εισέπραξε στο ίδιο διάστημα 65.000 ευρώ. Υπάλληλος πρακτορείου κατέθεσε ότι ημερησίως στοιχημάτιζε σε μετρητά μέχρι και έξι φορές ποσά που κυμαίνονταν από 50 έως 200 ευρώ. Μάλιστα μετά την έρευνα διαπιστώθηκε ότι είχε δανειστεί χρηματικά ποσά ακόμη και από συναδέλφους του.
Καταγράφηκε ακόμα ότι ο 40χρονος διαχειριστής, προκειμένου να καλύπτει φαινομενικά το έλλειμμα που είχε στο ταμείο, δανειζόταν ποσά από άλλα ταμεία αστυνομικών υπηρεσιών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης. «Ακολουθούσε πρακτική δανεισμού από άλλες αστυνομικές διευθύνσεις ως "προσωρινές ενισχύσεις παγίας προκαταβολής υφισταμένων υπηρεσιών", εξασφάλιζε φαινομενική ρευστότητα, καθιστώντας αδύνατο τον εντοπισμό των παράτυπων διαχειριστικών του ενεργειών», αναφέρεται.
Εκτός των έξι αξιωματικών που αθωώθηκαν τη Μεγάλη Τετάρτη, καθώς έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους πως έκαναν ελέγχους και δεν φαινόταν το έλλειμμα και ότι ακολουθούσαν την πάγια πρακτική των δανεισμών για να καλύπτουν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας τους, επίσης απαλλάχθηκε και η αξιωματικός που ήταν επόπτρια του 40χρονου. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με βούλευμά του την αθώωσε με το σκεπτικό ότι δεν γνώριζε για το έλλειμμα, ούτε ήταν δυνατόν να το αντιληφθεί. Μάλιστα ήταν αυτή που δέχτηκε το τηλεφώνημα για τις οφειλές του ταμείου της Ασφάλειας στις άλλες υπηρεσίες και άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της υπεξαίρεσης.