Skip to main content

Διαταραχές άγχους και φοβίες άφησε ο κορωνοϊός- Το φαινόμενο του brain fog

Πολλά άτομα ταλαιπωρούνται ψυχικά υπό τον φόβο της νόσησης, βιώνουν συνθήκες άγχους και αποφεύγουν οποιαδήποτε κοινωνική ή και σεξουαλική επαφή

Μπορεί η πανδημία του κορωνοϊού να είναι οριστικά πίσω μας όμως πάρα πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα ταλαιπωρούνται ακόμα από περίεργα ψυχικά συμπτώματα και φοβίες που οι ειδικοί τα τοποθετούν στα post covid συμπτώματα.

Άνθρωποι, ανεξάρτητου ηλικίας, βρίσκονται «εγκλωβισμένοι» ψυχικά σε μια σειρά... περίεργων αισθημάτων και βιωμάτων, αποφεύγοντας ακόμα να πάνε σε ένα θέατρο ή σινεμά, να φλερτάρουν ή και να έχουν σεξουαλική επαφή.

Ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής, Δημήτρης Παπαδημητριάδης αναφέρει στη Voria.gr ότι τα post covid φαινόμενα είναι κυρίως νευροψυχιατρικά καθώς πολλοί έχουν διαταραχές άγχους και μνήμης, ενώ χαρακτηριστικό είναι το φαινόμενο του brain fog δηλαδή της ομίλχης του μυαλού.

«Το post covid είναι κυρίως ψυχικό. Για παράδειγμα έχουμε έξαρση σε πολλά προβλήματα της υγείας όπως είναι οι διαταραχές του άγχους, της διάθεσης. Σε πολλούς ανθρώπους βλέπουμε ότι υπάρχουν οι διαταραχές της μνήμης σε βάθος χρόνου. Υπάρχει ένα φαινόμενο που λέγεται brain fog ή ομίχλη γνωστική του εγκεφάλου. Yπάρχουν αυτά τα φαινόμενα και είναι κυρίως νευροψυχιατρικά και δευτερευόντως των άλλων ιατρικών ειδικοτήτων» είπε στη Voria.gr

Η φοβία που αναπτύχθηκε σε πολλούς να μην νοσήσουν από τον κορωνοϊό, να μην κολλήσουν τον ιό, είναι ακόμα και σήμερα υπαρκτή και αρκετοί άνθρωποι αρνούνται να περάσουν στο κατώφλι της καθημερινότητας και να ξεπεράσουν το άγχος έναντι του συγκεκριμένου ιού ή άλλων.

«Είναι ένα πρόβλημα που το διαπιστώνουμε και θα μπορούσαμε να το καταλογίσουμε στο ευρύτερο σύνδρομο του long covid οπότε εκεί θα μπορούσαμε να συζητήσουμε αυτό που εμείς ονομάζουμε σωματόμορφη διαταραχή ή σωματοποιητική διαταραχή και η οποία είναι αυτή ακριβώς η διαταραχή άγχους. Για παράδειγμα κάποιος φοβάται πάρα πολύ ότι μπορεί να νοσήσει ξανά, ότι μπορεί να έχει άλλες επιπτώσεις long covid στην καρδιά του ή σε άλλα όργανα ή σε ψυχιατρικά. Έχουν λοιπόν φόβο και άγχος ενδεχόμενα για επαναλοίμωξη γιατί ακούν από τους ειδικούς γιατρούς ότι μια 2η ή 3η μόλυνση αυξάνει πολύ σημαντικά την πιθανότητα για καρδιακά προβλήματα», δήλωσε.

Ανέφερε επίσης ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αρκετά φοβισμένοι, ενώ, όπως διαπιστώνει, ακόμα και σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων υπό τον φόβο του ιού αποφεύγουν τις χειραψίες και τους εναγκαλισμούς και συνεχίζουν να χαιρετούν άλλους ανθρώπους με τη μέθοδο του αγκώνα ή με την κλειστή γροθιά.

«Αποφεύγουν να πάνε σε θέατρα ή σε σινεμά ή και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως είναι οι γάμοι, οι βαφτίσεις και οι κηδείες», τόνισε, προσθέτοντας ότι υπάρχουν επιπτώσεις και σε άλλους τομείς όπως στο φλερτ ή στο σεξ, καθώς τα άτομα αυτά αποφεύγουν οποιαδήποτε επαφή.

«Στο μεγαλύτερο βαθμό τα προβλήματα που αφορούν τις διαταραχές του άγχους, για τον μέσο άνθρωπο που δεν έχει προηγούμενο ιστορικό διαταραχών -δεν έχει δηλαδή διάγνωση διαταραχής γενικευμένου άγχους ή του συνδρόμου ιδεοληψίας για τα προβλήματα της υγείας, με άλλα λόγια αυτό που θα έλεγε ο απλός πολίτης ως νοσοφοβία- όλα αυτά περνούν σιγά - σιγά και αναμένουμε ότι τα άτομα θα ανακάμψουν και θα επανέλθουν πλήρως», είπε.

Ωστόσο όσον αφορά πιο ιδιότροπα ψυχιατρικά όπως είναι το brain fog, «που είναι μια σύγχυση στη σκέψη, σαν αυτό που νιώθει κάποιος να έχει μια λέξη στην άκρη της γλώσσας, αλλά δεν μπορεί να την ανακαλέσει στο μυαλό του και  να την χρησιμοποιήσει», διαρκούν περισσότερο και τότε το άτομο χρειάζεται τη βοήθεια του ειδικού γιατρού.

«Αυτά τα φαινόμενα της γνωστικής ομίχλης, όπως και άλλα, είναι γεγονός ότι διαρκούν περισσότερο και χρειάζεται βοήθεια για να ξεπεραστούν. Κι αν έχουμε νέες διαγνώσεις διαταραχής άγχους, φοβιών που δεν ακολουθούν τη φυσιολογική πορεία του μέσου ανθρώπου και δεν περνούν σε ύφεση στο πέρασμα του χρόνου εντός διετίας, τότε οπωσδήποτε χρειάζονται τη βοήθεια του ειδικού.

Σε αυτές τις περιπτώσεις εμείς οι ειδικοί θα προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε είτε μέσω της διαλεκτικής θεραπείας κυρίως, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της γνωσιακής συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας ή θα συστήσουμε φαρμακευτική αγωγή, ανάλογα με το άτομο, τις ανάγκες του και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων», κατέληξε ο κ. Παπαδημητριάδης.