Skip to main content

Δίκη Άλκη - Απολογία 12ου: «Δεν κατέβηκα ποτέ από το αυτοκίνητο»

Ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως δεν είδε τίποτα από την επίθεση γιατί δεν βγήκε από το αυτοκίνητό του

Ολοκληρώθηκαν οι απολογίες των 12 κατηγορούμενων για τη δολοφονία του 19χρονου Άλκη Καμπανού και τον τραυματισμό των δύο φίλων του μετά από οπαδική επίθεση στη Χαριλάου, καθώς ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις και ο τελευταίος κατηγορούμενος.

Ο 23χρονος, οδηγός του τρίτου αυτοκινήτου, είπε πως δεν κατέβηκε καθόλου από αυτό την ώρα της επίθεσης και ότι δεν είδε τίποτα από όσα εκτυλίχθηκαν στα σκαλιά της πολυκατοικίας.

«Μέσα από τη φυλακή πολλές φορές προσπάθησα να μπω στη θέση της αδελφής του Άλκη. Κάνεις δεν μπορεί να φανταστεί τι περνάει αυτή η οικογένεια αλλά και οι φίλοι του που έζησαν αυτό το περιστατικό», είπε στην αρχή της απολογίας του.

Ο κατηγορούμενος ανέφερε πως γνώριζε μόνο τον 9ο εκ των κατηγορούμενων. «Πήγαινα σε κάποιους αγώνες, δεν μπορώ όμως να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου οπαδό», είπε.

Ο 23χρονος περιέγραψε στο δικαστήριο τι έκανε τη μέρα πριν την επίθεση σημειώνοντας πως πήγε στη σχολή του, μετά για φαγητό στους γονείς του στη Νεοχωρούδα, για καφέ στο Ωραιόκαστρο ενώ στη συνέχεια είπε πως μίλησε με τον 9ο κατηγορούμενο για το αν θα κάνουν κάτι αργότερα. Όπως τόνισε, αυτός του είπε ότι είναι στον σύνδεσμο.

«Όταν έφτασα από κάτω τον πήρα τηλέφωνο για να δω αν θα κατέβει ή αν θα ανέβω εγώ. Μου είπε να πάω. Επικρατούσε μια αναστάτωση. Μου είπαν να περιμένω σε μια άκρη γιατί είχε γίνει κάτι. Περίμενα να έρθει ο 9ος και μου λέει "θα βάλεις αυτοκίνητο να πάμε να μαλωσουμε;"», υποστήριξε στην απολογία του.

«Δεν ήθελα να φανώ δειλός και δυστυχώς δέχθηκα», πρόσθεσε.

Ο κατηγορούμενος είπε ότι μπήκαν στο αυτοκίνητό του τρία άτομα αλλά ο ίδιος δεν είδε κανένα αντικείμενο, «ούτε καν το ξύλο, πάρα μόνο το κράνος του φίλου μου».

«Με ρώτησαν αν ξέρω κάτι για το επεισόδιο στο Ωραιόκαστρο επειδή είμαι από εκεί και τους είπα πως όχι. Έκανα να ξεκινήσω γιατί νόμιζα ότι θα ήμασταν μόνο εμείς αλλά μου είπαν να περιμένω να φύγουν πρώτα οι μπροστά», συμπλήρωσε.

Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια περιέγραψε την άφιξή των αυτοκινήτων στο σημείο.

«Είδα ότι σταμάτησαν οι μπροστά και ενστικτωδώς έκανα έναν ελιγμό αριστερά και μπήκα στο στενό. Είχα δει ένα λεωφορείο και ήμουν ήδη στο αντίθετο ρεύμα. Μου είπαν να σταματήσω και το έκανα 15 μέτρα από το συμβάν. Τους είδα να βγαίνουν. Τότε είδα όπλα και τη φόρα με την οποία πήγαιναν και τρόμαξα», είπε και σημείωσε ότι είδε ένα σίδερο που μετά κατάλαβε ότι είναι το δρεπάνι.

Ο 23χρονος ισχυρίστηκε ότι από την αρχή είχε ενδοιασμούς. «Δεν μπορούσα να πάω να τσακωθώ με κάποιους που δεν μου είχαν κάνει κάτι», τόνισε.

«Δεν κατέβηκα ποτέ από το αυτοκίνητο»

«Πήγα να φύγω και κατάλαβα ότι είχαν αφήσει ανοιχτές τις πόρτες. Έβγαλα τη ζώνη και τις έκλεισα μέσα από το αυτοκίνητο. Μετά έφυγα παρακάτω. Δεν ήξερα τι γίνεται, δεν ήθελα να αφήσω τον φίλο μου εκεί πέρα. Σάστησα όταν τους είδα να τρέχουν, νόμιζα ότι ήταν με τα χέρια, δεν ήξερα ότι θα έχουν όπλα. Βρήκα μία εσοχή στη Σεφέρη και μπήκα εκεί. Μετά από καποια δευτερόλεπτα ήρθαν», είπε στην απολογία του.

«Μου είπαν ότι υπήρχαν μαχαίρια και ότι χτύπησαν τα παιδιά. Ο 9ος είπε ότι χτύπησε με μαχαίρι, ο 10ος με δρεπάνι και ο 11ος με στειλιάρι. Άρχισα να φωνάζω και να τους βρίζω», σημείωσε.

Ο 23χρονος ανέφερε ότι λίγο αργότερα οι κατηγορούμενοι κατέβηκαν από το αυτοκίνητο. «Ήθελα να τους αφήσω. Με αυτά που μου είπαν πριν, ήξερα ότι μαχαιρώθηκε ένας άνθρωπος», τόνισε.

Ο κατηγορούμενος είπε πως έμαθε για τον θάνατο του Άλκη το ίδιο βράδυ όταν ο 9ος κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του. «Του είπα να εξαφανιστεί. Ήταν το χειρότερο συναίσθημα που έχω νιώσει στη ζωή μου», σημείωσε.

«Δεν κατέβηκα ποτέ από το αυτοκίνητο», ισχυρίστηκε και πρόσθεσε ότι το πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου δεν άνοιξε.

«Ο καθένας έλεγε τη δική του εκδοχή. Δεν ξέρω τι ισχύει και τι όχι. Ο καθένας έλεγε για τον άλλον. Μακάρι να είχα κατέβει, να έβλεπα για να σας πω», είπε ο 23χρονος στην απολογία του.

Υποστήριξε ακόμα πως πιστεύει ότι μερικοί συγκατηγορούμενοί του είπαν «για τα εργαλεία» στο αυτοκίνητό του γιατί ο ίδιος δεν είχε συλληφθεί ακόμα (σ.σ. παραδόθηκε 14 ημέρες μετά) και ότι πιθανώς δεν ήθελαν να πουν ότι τα κατέβασαν από τον σύνδεσμο.

«Έσβησα τις κλήσεις γιατί εγώ ξεκίνησα να πιω έναν καφέ και κατέληξα σε ένα περιστατικό που είχε πεθάνει ένα παιδί», είπε ο 12ος κατηγορούμενος.

Η δίκη διεκόπη για τις αρχές του Ιουνίου και θα συνεχιστεί με την αγόρευση και πρόταση της εισαγγελέα.