«Με όρους βιωσιμότητας κοιτάμε το θέμα της ανάπλασης της ΔΕΘ», δηλώνει στη Voria o Διευθύνων Σύμβουλος του Υπερταμείου / Growthfund, τονίζοντας πως «πρέπει να γίνει κάτι σωστό και σοβαρό που θα λειτουργεί και θα είναι βιώσιμο για τα επόμενα χρόνια».
Το παραπάνω τονίζει ο Γρηγόρης Δημητριάδης ο οποίος μίλησε στη Voria.gr με την ευκαιρία της παρουσίας του Υπερταμείου στην 88η ΔΕΘ.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά για τη ΔΕΘ, «δεν πρόκειται να κάνουμε κάτι το οποίο θα φτιαχτεί και μετά από μερικά χρόνια, θα ψάχνουμε πώς θα συντηρηθεί, όπως δυστυχώς έγινε και με τη Νέα Παραλία, η οποία ολοκληρώθηκε και μετά ψάχναμε ποιος θα τη συντηρήσει…».
Ο κ. Δημητριάδης αναλύοντας το σχέδιο της ανάπλασης τονίζει πως «γίνεται στην ουσία αυτό που ήθελε η πόλη, ένα μητροπολιτικό πάρκο, 100 στρέμματα με πράσινο και με την προσθήκη της περιοχής της Αγίας Φωτεινής άλλα 10, και αυτό θα συνδεθεί από την κάτω μεριά με το πάρκο Ξαρχάκου και της ΧΑΝΘ».
Όπως σημειώνει «μέσα σε αυτό θα έχουμε και περιβαλλοντικά σωστές εγκαταστάσεις όπου θα γίνονται οι εκθέσεις και συνέδρια. Ουσιαστικά όμως όλο αυτό θα είναι ένας προορισμός και μαζί με το MOMus που είναι το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ή το αθλητικό κομμάτι που είναι το Αλεξάνδρειο, να μπορεί αυτό το πάρκο να έχει και μία ζωή».
Τι σημαίνει όμως όλο αυτό, σύμφωνα με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Υπερταμείου; «Αντίστοιχα αυτό βοηθά και την ίδια τη ΔΕΘ γιατί θέλουν να προσελκύσουν εκθέσεις και συνέδρια τα οποία δεν θα είναι σε ένα συνεδριακό κέντρο κάπου στην άκρη της πόλης, αλλά τους βάζουν μέσα στην εμπειρία της πόλης. Αυτό συμφέρει για να προσελκύσουμε το όποιο συνέδριο, θα είναι μέσα στο πράσινο, θα είναι μέσα στο κέντρο της πόλης για να μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες δραστηριότητες».
Ο κ. Δημητριάδης εκφράζει την πεποίθηση πως έτσι θα χτιστεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που θα βοηθήσει την πόλη. «Θα είναι θετικό και για τους πολίτες και για τους επισκέπτες αλλά και για όσους θα έρχονται να παραστούν σε συνέδρια και εκθέσεις, αλλά και για το Υπερταμείο, γιατί θα έχουμε κάτι που θα έχει κίνηση, κάτι που σημαίνει πως θα υπάρχει και συντήρηση όλου αυτού του χώρου», σημειώνει.

Αναφορικά με τα επόμενα βήματα που θα γίνουν για την ανάπλαση της ΔΕΘ ο κ. Δημητριάδης τονίζει ότι «θα υπάρξει και δημόσια χρηματοδότηση, αλλά θα υπάρχει κι ένα επενδυτής ιδιώτης».
Όπως αναφέρει, το χρονοδιάγραμμα είναι πολύ σαφές: «Μέσα στον χρόνο θα έχουμε έναν project manager από την αγορά -γίνεται η διαδικασία- για να επιβλέπει τα τεύχη δημοπράτησης που θα κάνουμε το 2025, ώστε το 2026 να ξεκινήσει ο ανάδοχος το έργο».
Διαβάστε ακόμη - Κοντογεώργης στο Growthfund Agora: Η ανάπλαση της ΔΕΘ αποτελεί παράδειγμα συνεργασίας προς όφελος της ανάπτυξης
Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με τις δυσκολίες και τον χρόνο, απαντά: «Μας πήρε πολύ χρόνο γιατί είναι πάρα πολύ σύνθετο και δύσκολο έργο, υπήρχαν πολλά θέματα στο πώς ακριβώς θα σχεδιαστεί. Τελικά υπήρξε μια κοινή συνισταμένη με τον δήμαρχο, που είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία, και με τον περιφερειάρχη κι αυτό βοήθησε πάρα πολύ».
Το Παλατάκι το Ζάππειο της Θεσσαλονίκης
Αναφορικά με το Κυβερνείο ο Διευθύνων Σύμβουλος του Υπερταμείου σημειώνει στη Voria πως «βρισκόμαστε σε συνεργασία με τη Βουλή των Ελλήνων, η οποία θα μετατρέψει το Παλατάκι που είναι παρατημένο τώρα σε ένα… Ζάππειο για τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα. Εκεί ακριβώς κοιτάμε τις χρήσεις, πού πρέπει να υπάρξει η αξιοποίηση με συνέδρια, εκδηλώσεις και άλλα. Τώρα τρέχουμε τις βασικές μελέτες ως Υπερταμείο και ΕΤΑΔ για τα απαραίτητα χρήματα που πρέπει να δοθούν για τη συντήρηση».
Η ΚΑΘ και οι εγκαταστάσεις
Για την Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης (ΚΑΘ) ο κ. Δημητριάδης αναφέρει ότι, όπως και με την ΟΚΑ στην Αθήνα, εξετάζεται το πώς θα υπάρξει μια συνέργεια και μια σύμπραξη, ενώ, όπως σημειώνει, ενδεχομένως θα μπορούσαν να δημιουργηθεί ένας εθνικός φορέας για τις αγορές. «Πρέπει οπωσδήποτε στην περίπτωση της ΚΑΘ να δούμε τις εγκαταστάσεις. Χρειάζεται βελτίωση και ειδικά στην ΚΑΘ που έχει μεγάλη σχέση και με εξαγωγές», σημειώνει.
Το Υπερταμείο και το… Growthfund
Σχολιάζοντας τη νέα εποχή στην οποία μπαίνει το Υπερταμείο ο κ. Δημητριάδης επισημαίνει πως η μετατροπή του σε Growthfund δεν είναι απλώς μια αλλαγή ονόματος και brand, αλλά μία ουσιαστική, πραγματική αλλαγή. «Η εταιρεία-οργανισμός γίνεται αντίστοιχα μια εταιρεία όπως τα αντίστοιχα δημόσια επενδυτικά ταμεία και έχει δύο κατευθύνσεις. Η μία έχει να κάνει με το χαρτοφυλάκιό μας και με τις εταιρείες που έχουμε. Με βάση τον νέο νόμο αποκτούμε μεγαλύτερη ευελιξία, έτσι ώστε να τις νοικοκυρέψουμε και να έχουμε καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και καλύτερες υπηρεσίες προς τον κόσμο. Και η δεύτερη είναι ότι ιδρύουμε μια νέα εταιρεία, θυγατρική, όπως ανέφερε και ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στη ΔΕΘ, που θα είναι ο επενδυτικός μας βραχίονας. Αυτή θα ξεκινήσει με 300 εκατ. ευρώ, ποσό που σταδιακά θα αυξηθεί, και θα επενδύει στην ελληνική οικονομία. Άλλωστε όταν υπάρχουν οφέλη από τις δημόσιες εταιρείες που έχουμε στο χαρτοφυλάκιό μας αυτά είτε επανεπενδύονται στις ίδιες εταιρείες μέσω του νέου fund είτε θα πηγαίνουν στην οικονομία. Όλα αυτά δηλαδή είναι ανταποδοτικά και δεν είναι για να βουλώνουν κάποια τρύπα», ανέφερε.
Όπως λέει ο κ. Δημητριάδης, στόχος είναι η προσέλκυση σοβαρών επενδυτών, οι οποίοι λειτουργούν μακροπρόθεσμα και δεν ψάχνουν την... αρπαχτή. «Οι σοβαροί επενδυτές θέλουν να έχουν έναν σοβαρό partner τοπικό, που δεν αλλάζει εάν γίνονται εκλογές και αλλάζουν τα πάντα. Και αυτό το Υπερταμείο το έχει πετύχει σαν εταιρική διακυβέρνηση», υπογραμμίζει
Η περίπτωση των ΕΛΤΑ
Περιγράφοντας το νέο μοντέλο που υιοθετήθηκε για το Υπερταμείο μετά την προσθήκη του Growthfund, ο κ. Δημητριάδης τονίζει: «Αυτό όλο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό σε σχέση με το Υπερταμείο που ξέραμε. Μέχρι τώρα υπήρχε η λογική στιλ… ΤΑΙΠΕΔ, δηλαδή ιδιωτικοποιούμε, με την έννοια ότι έχουμε ένα περιουσιακό στοιχεία και στην ουσία κάνουμε μια διαδικασία ώστε να το πάρει ένας ιδιώτης. Τώρα, όμως, τα περιουσιακά στοιχεία που έχουμε από εταιρείες, για παράδειγμα τα ΕΛΤΑ, κοιτάμε πρώτα να τα φτιάξουμε, να περιοριστούν οι δαπάνες, να ισορροπήσουν οικονομικά, ώστε να αρχίσουν να έχουν και κέρδη και αντίστοιχα να βελτιωθούν και οι υπηρεσίες τους, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις για τις οποίες ο κόσμος διαμαρτύρεται και ζητάει βελτίωση των υπηρεσιών. Σε αυτήν την περίπτωση δεν θα πάμε απλώς να βρούμε κάποιον και να πουλήσουμε. Εάν προκύψει και εάν με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά δούμε ότι μας συμφέρει, θα δούμε κάποιον ιδιωτικό επενδυτή που μπορεί και να πάρει και μειοψηφικό πακέτο, όχι απαραίτητα πλειοψηφικό. Ωστόσο αυτό δεν θα το κάνουμε για να τα ξεφορτωθούμε. Αντίθετα, θα παραμείνουμε εκεί και ο στρατηγικός επενδυτικός θα μας βοηθήσει στο να δικτυωθούμε καλύτερα με το εξωτερικό, γιατί θα έχει μια τεχνογνωσία μεγαλύτερη».
Η αρνητική ετικέτα και τα «μπλεγμένα» θέματα
Όταν ερωτάται ο Διευθύνων Σύμβουλος εάν όλο το παραπάνω μοντέλο ουσιαστικά απεμπολεί και μια… αρνητική ετικέτα που ίσως έφερε το Υπερταμείο την προηγούμενη περίοδο, επισημαίνει τα εξής: «Στην ουσία υλοποιούμε καθαρά την ανάπτυξη μιας δημόσιας περιουσίας η οποία θα παραμείνει δημόσια κι αυτό το πετυχαίνουμε με το νοικοκύρεμα και με στρατηγικούς επενδυτές που βελτιώνουν τη δουλειά και την εξωστρέφειά μας», σημειώνει.
Καταλήγοντας, όταν του ζητήθηκε να αναφέρει ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που συναντά το Υπερταμείο, ο κ. Δημητριάδης, σχεδόν αφοπλιστικά, είπε πως «το κυριότερο εμπόδιο που συναντάμε είναι τα πολύ μπλεγμένα ζητήματα που έχουν να κάνουν με θέματα δημόσιας περιουσίας. Εμείς προσπαθούμε όλο αυτό να το ομαλοποιήσουμε».