Skip to main content

Οι απαντήσεις που δεν έδωσε ο Σταθάκης στις επιχειρήσεις της Β.Ελλάδας

Η εύλογη απορία που εξέφρασε η Αίνη Μιχαηλίδου προς τον υπουργό Ανάπτυξης και η απάντηση του κ. Σταθάκη για τη... Γαλλία και τη Δημοκρατία.

του Γιώργου Δώρα

Όσοι παρακολούθησαν στις αρχές της εβδομάδας, τη Δευτέρα 13 Ιουνίου, το ανοιχτό μέρος της φετινής ετήσια τακτικής γενικής συνέλευσης του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος, με τις πολυθρόνες για σκηνικό και τη «μάχη» του υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης κ.λπ. Γιώργου Σταθάκη με τη Ντόρα Μπακογιάννη είναι βέβαιον ότι θα θυμούνται έντονα τουλάχιστον ένα στιγμιότυπο. Την ώρα που η κ. Αίνη Μιχαηλίδου, του ομίλου Καπνική Μιχαηλίδη, ρώτησε τον κ. Σταθάκη πως είναι δυνατόν μια επιχείρηση από τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη Κεντρική Μακεδονία να κάνει εξαγωγές με τη σιδηροδρομική γραμμή κλειστή για περισσότερους από δύο μήνες και –κυρίως- το λιμάνι σε πλήρη απραξία εδώ και εβδομάδες.

Μια απορία εύλογη για τους επιχειρηματίες της περιοχής, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να διαχειριστούν κλειστές μεταφορικές υποδομές. Ανεξαρτήτως των λόγων που προκάλεσαν το πρόβλημα. Προφανώς κανείς από αυτούς δεν έχει διάθεση να τα βάλει ούτε με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που πέρασαν μήνες ταλαιπωρίας στην Ειδομένη, ούτε με τους εργαζόμενους στο λιμάνι που διεκδικούν με τον τρόπο τους τα κεκτημένα εργασιακά τους δικαιώματα. Πολύ λογικά, λοιπόν, η κ. Μιχαηλίδου εξέφρασε την απορία της στον υπουργό, τον οποίο βρήκε μπροστά της. Τον ίδιο άνθρωπο που λίγα λεπτά πριν είχε ακούσει η ίδια να μιλάει για την ανάπτυξη της οικονομίας, την ανάγκη για εξωστρέφεια και την ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη για επενδύσεις. Μόνο που, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ο κ. Σταθάκης δεν ήταν προετοιμασμένος να απαντήσει σε κάτι που αφορούσε το πρακτικό μέρος της πραγματικής οικονομίας. Και μάλιστα για κάτι τόσο σημαντικό, που είναι βέβαιον ότι το είχε υπόψιν του. Ο τόπος έχει βουίξει τόσο για την σιδηροδρομική γραμμή στην Ειδομένη –που ευτυχώς έχει αποκατασταθεί-, όσο και για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τα εγκλωβισμένα, χαμένα και ταλαιπωρημένα κοντέινερς. Η αμήχανη και άστοχη απάντηση του είχε δύο σκέλη:

Αφενός επικαλέστηκε τη Δημοκρατία –«Τι θέλετε να κάνουμε; Συμβαίνουν αυτά στις δημοκρατίες» ήταν τα λόγια του. Αφετέρου παρέπεμψε στη Γαλλία, στο υπό εξέλιξη Euro και στην απεργία των εργαζομένων στην Air France, επισημαίνοντας ότι «κι αλλού γίνονται αυτά». Κατά κάποιο τρόπο είπε στους εμβρόντητους που τον παρακολουθούσαν ότι αφού αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες ας μη διαμαρτυρόμαστε! Ούτε λέξη για το πρόβλημα. Ούτε νύξη για κάποια πρωτοβουλία επίλυσης του. Ούτε κουβέντα για τη ζημία των επιχειρήσεων, των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, αλλά και της ίδιας της χώρας, που –κακά τα ψέματα- διασύρεται σε πελάτες, προμηθευτές, συνεργάτες. Διότι ο ξένος που συνεργάζεται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο με έναν Έλληνα ή μια ελληνική επιχείρηση, δουλεύει με την Ελλάδα. Αυτό έχει στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακόμη κι αν κάποιες μακροχρόνιες σχέσεις με συγκεκριμένα πρόσωπα τον κάνουν να το ξεχνάει αυτό, ιδίως όταν όλα πηγαίνουν καλά. Αποδείχθηκε αυτό τα τελευταία χρόνια των οικονομικών προβλημάτων και ειδικά πέρσι με τα capital controls, όταν δοκιμάστηκαν σκληρά σχέσεις δεκαετιών ελληνικών επιχειρήσεων με ξένους συνεργάτες.

Τις γνωρίζουν καλά αυτές τις λεπτές αποχρώσεις των σχέσεων οι βορειοελλαδίτες επιχειρηματίες που ήταν τη Δευτέρα στην αίθουσα του Porto Palace, έναν χώρο που κάποτε φιλοξενούσε βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Οι περισσότεροι έχουν καθημερινό και πολύχρονο πάρε δώσε με το εξωτερικό, αναζητώντας είτε πελάτες, είτε προμηθευτές. Δυστυχώς, όμως, ο υπουργός ούτε ήταν, ούτε θέλησε να μπει έστω για λίγο στη θέση τους, στο πετσί της πραγματικότητας. Τους είχε μπροστά του, αλλά δεν τους άκουσε. Ούτε τους ένιωσε. Προτίμησε την ασφάλεια της απόστασης, από το ρίσκο της ταύτισης.   

Για οποιονδήποτε ηγείται μιας καταστάσεως, ακόμη και για ένα Έλληνα πολιτικό που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός, η επισήμανση του σημαντικού έναντι του καθημερινού είναι όρος αποτελεσματικότητας. Ο υπουργός Ανάπτυξης της χώρας όφειλε να είναι ο πρώτος που θα ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στα λιμάνια, οι οποίες οδηγούν σε καταστροφή μέρος της παραγωγής, της επιχειρηματικότητας και της εργασίας. Θεωρητικά είναι αυτός που (θα έπρεπε να) αντιλαμβάνεται καλύτερα από τον καθένα τι σημαίνει εξαγωγή αξίας έστω ενός μόνο ευρώ για την ελληνική οικονομία.