Skip to main content

Δύο Έλληνες σε έναν δίμηνο αγώνα αντοχής στα Ιμαλάια - Μόλις 23 οι συμμετοχές από όλο τον κόσμο

«Ευχηθείτε μας να τα καταφέρουμε», το μήνυμα που στέλνουν μέσω της Voria ο Λάζαρος Ρήγος και η Ασημίνα Ιγγλέζου, οι οποίοι συμμετέχουν στο Great Himal Race

Δύο μήνες στα χιονισμένα, παγωμένα και αφιλόξενα Ιμαλάια θα περάσουν δύο Έλληνες υπεραθλητές ορεινού τρεξίματος, σε έναν συναρπαστικό, όσο και επίπονο αγώνα, το Great Himal Race, στον οποίο συμμετέχουν μόλις 23 αθλητές από όλο τον κόσμο... άγνωστο πόσοι θα τερματίσουν. 

Ο Λάζαρος Ρήγος που αναχώρησε από το Λιτόχωρο Πιερίας και η Ασημίνα Ιγγλέζου από την Αθήνα, βρίσκονται ήδη στο Κατμαντού και ολοκληρώνουν την προετοιμασία τους για τη σκληρή δοκιμασία, που ξεκινά στις 9 Απριλίου. 

Image

 

«Tο Great Himal Race, είναι ένας ξεχωριστός από κάθε άποψη αγώνας ανθρώπινης αντοχής, που πρόκειται να δώσει εκκίνηση σε δυο χούφτες θαρραλέους ανθρώπους της περιπέτειας στα Ιμαλάια», λέει στη Voria ο Λάζαρος Ρήγος, ενώ και οι δύο στέλνουν το μήνυμα «Ευχηθείτε μας να τα καταφέρουμε», εννοώντας να τερματίσουν, χωρίς προβλήματα. 

Τα μεγέθη του αγώνα προκαλούν ζάλη: 1.600 χιλιόμετρα, 100.000 μέτρα ανάβασης και άλλα τόσα κατάβασης, 60 ημέρες διάρκεια, με εκκίνηση την Τρίτη 9 Απριλίου, ήδη όμως οι αθλητές έχουν συγκεντρωθεί και τις επόμενες μέρες αρχίζουν την πεζοπορία. Η επιστροφή έχει οριστεί -για όσους τα καταφέρουν- στις 7 Ιουνίου. 

Μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, μεγάλου υψόμετρου, επικίνδυνου πάγου, χιονόπτωσης, ακραίων θερμοκρασιών αρκετών βαθμών κάτω από 0 και πλήρους μοναχικότητας, ο αγώνας απαιτεί συγκέντρωση, επιμονή και πείσμα. Στα περισσότερα σημεία η διαδρομή είναι ορειβατική και απαιτεί αντοχές και καλή προθέρμανση. Οι υπεραθλητές θα διασχίσουν τα Ιμαλάια από τη μια άκρη του Νεπάλ ως την άλλη. 

Image

 

«Το σκεπτικό και η φιλοσοφία του Great Himal Race (GHR), βασίζονται στην αυτονομία-αυτοτέλεια των αγωνιζόμενων, οι οποίοι θα πρέπει να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών τους αναγκών για ενέργεια και ανανέωση των αποθεμάτων δύναμης, στη διαθέσιμη υποδομή των όποιων ορεινών οικισμών της οροσειράς. Δευτερευόντως, οι ανάγκες των αθλητών θα καλύπτονται από εφόδια που θα βρίσκουν σε σημεία ανεφοδιασμού, 8 τον αριθμό, διάσπαρτα κατά μήκος της διαδρομής, σε συγκεκριμένα χωριά», αναφέρει ο Λάζαρος Ρήγος. 

Η διαδρομή έχει κατεύθυνση από την ανατολή προς τη δύση κι αυτό για να έχουν οι αθλητές πάντα τον ήλιο στην πλάτη τους και καλύτερη ορατότητα. 

Σύμφωνα με τον Λάζαρο Ρήγο, ένα στοιχείο το οποίο θα επηρεάσει σε κάποιο βαθμό -άγνωστο για την ώρα σε ποιο- την προσπάθεια των αθλητών στον αγώνα, είναι η εποχή. «Το κλίμα στο Νεπάλ είναι εκείνο που καθορίζει όλες τις προσπάθειες αναβάσεων ή διασχίσεων στην οροσειρά. Τα καλοκαίρια, οι μουσώνες του Κόλπου της Βεγγάλης πνίγουν με βροχές και το μισό (ανατολικό) Νεπάλ εκτός από την Ινδία, καθώς απλώνονται βόρεια, τον δε χειμώνα τα χιόνια κλείνουν τα ψηλά διάσελα της οροσειράς πάνω από τα 5000 μέτρα για περισσότερους από 5 μήνες και το κρύο είναι ανυπόφορο, με τον υδράργυρο να βρίσκεται έως και 30 βαθμούς κάτω από το μηδέν. Οι αραιοκατοικημένες κτηνοτροφικές περιοχές στο δυτικό Νεπάλ ερημώνουν, με τους κατοίκους να μετακινούν τα κοπάδια και τις οικογένειές τους σε χαμηλότερες και ασφαλέστερες περιοχές για ξεχειμώνιασμα. Ως αποτέλεσμα, οι χρονικές περίοδοι υλοποίησης μεγάλων διασχίσεων στην οροσειρά περιορίζονται στην άνοιξη και το φθινόπωρο, αν και η κλιματική κρίση επηρεάζει ήδη και το Νεπάλ, με συρρίκνωση των πάγων κατά το 1/3 στα τελευταία 30 χρόνια, τη μείωση των χιονοπτώσεων τον χειμώνα αλλά και την έξαρση ακραίων, βίαιων καιρικών φαινομένων».

Image

 

 

Το γεγονός ότι τον Απρίλιο στο δυτικό Νεπάλ, όπου και θα βρίσκονται οι αθλητές στο πρώτο 20ήμερο του αγώνα, η διαδρομή κινείται σε μεγάλα υψόμετρα, 4000-5500 μέτρων, περιοχές όπου το χειμωνιάτικο χιόνι δεν θα έχει ακόμα λιώσει, θεωρητικά θα δυσκολέψει την πορεία τους και την εξέλιξη συνολικά του αγώνα.
Από την άλλη πλευρά, το τέλος Μαΐου που σηματοδοτεί και την ολοκλήρωση της διαδρομής στην ανατολική άκρη της χώρας, αποτελεί και το έναυσμα των καλοκαιρινών μουσώνων του Κόλπου της Βεγγάλης.

Ο καιρός ως αστάθμητος παράγοντας, μπορεί να τροποποιήσει τη διαδρομή και την εξέλιξη του αγώνα. Όπως συνέβη το 2017 όταν έκτακτα καιρικά φαινόμενα οδήγησαν τους διοργανωτές σε τροποποίηση της αρχικής διαδρομής, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα των αθλητών. Τότε μάλιστα υπήρξε σημείο όπου πέρασαν οι προπορευόμενοι εκείνης της μέρας από διάσελο και η ουρά της κούρσας το βρήκε κλειστό από χιονόπτωση και αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει και να ακολουθήσει εναλλακτικό μονοπάτι, που φυσικά κόστισε σε χρόνο.

Ο αγώνας έχει σχεδιαστεί να ολοκληρωθεί σε 53 αγωνιστικές ημέρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται 2 ημέρες ρεπό, ενδέχεται όμως αυτές να αξιοποιηθούν αγωνιστικά, εφόσον τυχόν κακές καιρικές συνθήκες αναγκάσουν σε πρόσκαιρη διακοπή τη διοργάνωση.

Image

 

Για κάποιες συγκεκριμένες ημέρες με τεχνικά περάσματα και χρήση μέσων ασφάλισης σε βράχο και παγετώνα, όπως εκείνο στο Tilman Pass (5350μ) στις 10 Μαΐου ή στο Tashi Lapcha (5750μ) στις 18 Μαΐου, έχει προαποφασιστεί ότι θα είναι “linking days”, ημέρες αναγκαστικής κοινής πορείας όλων, για λόγους ασφάλειας. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε, αν οι καιρικές συνθήκες θεωρηθούν επικίνδυνες για τους αθλητές.

Image

 


Επιπλέον, για να πάρουν εκκίνηση οι αγωνιζόμενοι, θα πρέπει να πεζοπορήσουν αναγκαστικά για ένα τριήμερο (6-8 Απριλίου) μια απόσταση 70 χιλιομέτρων, λόγω αδυναμίας πρόσβασης εκεί με αυτοκίνητο. Ωστόσο, αυτό θα τους δώσει τη δυνατότητα να εγκλιματιστούν στο υψόμετρο, μια και η εκκίνηση θα δοθεί σε υψόμετρο 3600 μέτρων, από το μικρό μεθοριακό χωριό Hilsa, στις όχθες του ποταμού Karnali, ο οποίος εκεί ορίζει και το δυτικότερο ορεινό σύνορο του Νεπάλ με την επαρχία του Θιβέτ της Κίνας. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον τερματισμό, στο βορειοανατολικό άκρο της χώρας, στην Κατασκήνωση Βάσης του βουνού Kangchenjunga, του τρίτου ψηλότερου βουνού στον κόσμο (8586μ).  Έτσι, οι αθλητές του αγώνα, φτάνοντας στη γραμμή του τερματισμού εκεί μετά από 53 ημέρες, θα πρέπει να πεζοπορήσουν για τέσσερις επιπλέον μέρες (1-4 Ιουνίου) για να φτάσουν στο πραγματικό τέρμα της εξοντωτικής αυτής προσπάθειας.