Skip to main content

Δύο μύθοι για την ανάπτυξη της χώρας που… πνίγουν και τη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης

Γιατί η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και το αναπτυξιακό σοκ παραμένουν «πουκάμισα αδειανά»

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα η Θεσσαλονίκη γίνεται το πολιτικό επίκεντρο της χώρας. Αλλά επειδή η ΔΕΘ είναι οικονομικό γεγονός -τουλάχιστον στα χαρτιά- πολιτικοί παράγοντες και παραγωγικοί φορείς αισθάνονται την υποχρέωση να μιλήσουν για την ανάπτυξη της χώρας. Μια συζήτηση που αενάως εξελίσσεται αδιέξοδη, διότι στη ζωή και στην πραγματική οικονομία η θεωρία διαφέρει από την πράξη. Κι επειδή στην Ελλάδα στη μεν θεωρία θριαμβεύουμε, στη δε πράξη βραδυπορούμε έως… πατώνουμε το αποτέλεσμα της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες είναι θετικό, αλλά απέχει τόσο από αυτό που επιθυμούμε και υποτίθεται ότι σκοπεύουμε, όσο -και αυτό είναι το σοβαρότερο- και απ’ ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πετύχει με βάση τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες και πάνω απ’ όλα τις χρηματοδοτήσεις που έχουν υπάρξει από τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Δύο από τους βασικότερους μύθους που διακινούνται κάθε χρόνο τέτοια εποχή στη Θεσσαλονίκη- και φέτος- είναι αφενός η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, που συνδέεται με την έννοια της καινοτομίας, και αφετέρου το αναπτυξιακό σοκ, που σχετίζεται με τις επενδύσεις. Και το ένα και το άλλο απαιτούν θεσμικές προϋποθέσεις που η Ελλάδα ούτε έχει, ούτε δείχνει να ενδιαφέρεται να αποκτήσει. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για διαδικασίες που απαιτούν χρονική ωρίμανση. Δεν γίνονται ούτε fast track, ούτε -πολύ περισσότερο- με τη μέθοδο «πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή». Κατά σύμπτωση αυτές είναι οι δύο διαδρομές που παγίως εξαγγέλλουν οι πολιτικοί -πιθανόν επειδή ο ορίζοντας τους είναι ο εκλογικός κύκλος-, αλλά και οι παραγωγικοί φορείς -ενδεχομένως διότι οι εκπρόσωποι τους έχουν εθιστεί, ως μη όφειλαν, σε μία δημόσια συζήτηση τυπικού χαρακτήρα. Έτσι στις τοποθετήσεις τους για ζητήματα μεσο-μακροπρόθεσμου χαρακτήρα επιμένουν να χρησιμοποιούν επιχειρήματα και θέσεις που αφορούν αποκλειστικά τα βραχυπρόθεσμα θέματα. Η συνηθέστερη δικαιολογία και των πολιτικών και των εκπροσώπων των φορέων γι’ αυτή τους την αντιμετώπιση -όταν κάποια σε κάποια στιγμή χαλάρωσης «λύνονται» λίγο περισσότερο- έχει να κάνει με τη βιωσιμότητα της χώρας, της αγοράς και των επιχειρήσεων, που αν (δήθεν) δεν επιτευχθεί με ορίζοντα το αύριο δεν θα υπάρξει ούτε το μεθαύριο, ούτε η επόμενη εβδομάδα ή ο επόμενος χρόνος. Προφανώς η συζήτηση σε αυτή τη βάση είναι αδιέξοδη. Απλώς ας θυμούνται όλοι τους μερικά χρονικά και οικονομικά ορόσημα: Φέτος συμπληρώθηκαν 45 χρόνια από την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κοινοτικά κονδύλια που έχουν εισρεύσει στη χώρα σε αυτό το διάστημα είναι εκατοντάδες δισ. ευρώ, απολύτως ικανά να αλλάξουν τη μοίρα του τόπου. Επίσης φέτος συμπληρώνονται 15 χρόνια από την ουσιαστική χρεοκοπία του 2010. Σε αυτό το διάστημα η Ελλάδα υπέγραψε τρία μνημόνια, τα οποία -σύμφωνα με πολιτικούς όλων των αποχρώσεων- περιείχαν κατά 90% αυτονόητες δεσμεύσεις, δηλαδή μεταρρυθμίσεις που η χώρα έπρεπε για το καλό της να κάνει ακόμη κι αν δεν ήταν υποχρεωμένη από τους δανειστές. Στην πράξη έγιναν πολύ λιγότερα από τα συμφωνηθέντα, αλλά η Ελλάδα σώθηκε κουτσά στραβά επειδή η Ευρώπη είναι η περιοχή του κόσμου που δίνει τη μεγαλύτερη βαρύτητα στις πολιτικές λύσεις. Μόνο για 5 λεπτά να σκεφτεί κανείς τι παραπάνω θα μπορούσε να γίνει στην ελληνική οικονομία απ’ ότι έγινε τις τελευταίες 50 χρόνια αντιλαμβάνεται ότι το πρόβλημα είναι και μεγάλο και στρατηγικού χαρακτήρα.    

Νοοτροπία και διαχείριση 

Με αυτά τα δεδομένα ούτε η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, ούτε το αναπτυξιακό σοκ είναι εφικτά επειδή τα εξαγγέλλουν πρωθυπουργοί, υπουργοί, τεχνοκράτες,  επιχειρηματίας, εκπρόσωποι εργαζομένων και άλλοι δημοσιολόγοι στις δημόσιες τοποθετήσεις τους και στα διάφορα φόρα. Οι δυσκολίες είναι πολλές και ξεκινούν από τη νοοτροπία για να φτάσουν μέχρι την διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων στο κράτος και στην ιδιωτική οικονομία. Οι επαναστάσεις -διότι περί επαναστάσεων πρόκειται- απαιτούν αποφασισμένους ανθρώπους, αλλά και πλήρη συνείδηση των απωλειών που θα καταγραφούν και των θυσιών που θα γίνουν μέχρι τον τελικό στόχο. Και για να μη γινόμαστε δακρύβρεχτοι: Ποιος σήμερα στην Ελλάδα του 2025 θέλει να αλλάξει τις μεθόδους που πολιτεύεται και αντιπολιτεύεται, το επαγγελματικό του αντικείμενο ή έστω τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τη δραστηριότητα του; Δηλαδή ποιος διατίθεται να ξεβολευτεί;  Ποιος αναλαμβάνει αγόγγυστα τις υποχρεώσεις του -για παράδειγμα τις φορολογικές και ασφαλιστικές- ακόμη κι όταν το επιβάλλει η νομοθεσία; Ποιος πολιτικός αντιλαμβάνεται στην πράξη ότι τα λεφτά, ακόμη κι όταν εξασφαλίζονται, δεν φέρνουν από μόνα τους την αναπτυξιακή ευτυχία, παρά μόνο την καταναλωτικό ψυχοθεραπεία; Ποιος παράγων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα έχει συνειδητοποιήσει ότι ακόμη κι αν αύριο το πρωί διατεθούν στην Ελλάδα εκατοντάδες δισ. ευρώ -πολύ περισσότερα ακόμη και από τα περίπου 150 δισ. ευρώ που υπολογίζεται το επενδυτικό κενό της κρίσης- η χώρα δεν μπορεί να τα απορροφήσει και απλώς θα καταρρεύσει; Διότι ούτε η στρατηγική κατεύθυνση υπάρχει -κάθε χώρα και κάθε περιοχή έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που μπορεί να αξιοποιήσει. Ούτε η γραφειοκρατία μπορεί να τα διαχειριστεί -ο απίστευτα μακρύς χρόνος των πάσης φύσεως αδειοδοτήσεων είναι μόνο ένα παράδειγμα. Ούτε οι υποδομές αντέχουν -από το ελλιπές και γερασμένο ηλεκτρικό δίκτυο μέχρι το μέτριας αποδόσεως Διαδίκτυο και από τα περιορισμένα αποθέματα νερού μέχρι την διαρκή υποβάθμιση του κοινωνικού περιβάλλοντος στην ελληνική περιφέρεια, καθώς η περιφερειακή σύγκλιση εξελίσσεται αργά και σε κάποιες περιπτώσεις αντίστροφα. Ούτε οι ανθρώπινοι πόροι είναι επαρκείς -η διαρροή των καλύτερων εγκεφάλων στη διάρκεια της κρίσης και οι ελλείψεις που καταγράφονται σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, κυρίως τεχνικούς και χειρωνακτικούς, αποτελούν συνθήκη αδιεξόδου.

Μια… επανάσταση σε αναμονή

Απλό, απλούστατο συμπέρασμα: η αναπτυξιακή… επανάσταση στην Ελλάδα, δηλαδή ο συνδυασμός αναπτυξιακού σοκ και αλλαγής παραγωγικού μοντέλου, θα περιμένει ακόμη. Μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες και οι άνθρωποι. Μέχρι να καταρτιστεί και να εφαρμοστεί ένα συγκεκριμένο σχέδιο αλλαγών που θα ξεκινούν από πολύ βαθιά στην βάση της κοινωνίας -από τα σχολεία- και της οικονομίας -από τον περιορισμό του κράτους στην παραγωγή ΑΕΠ και τις χρηματοδοτήσεις των πάντων- και να αναπτυχθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα κάποιων δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων κάποιοι ανάμεσα μας θα δυσκολευτούν. 

Εννοείται ότι στον προβλεπτό χρονικό ορίζοντα τίποτε από αυτά δεν μπορεί να γίνει στην Ελλάδα. Η αναφορά τους γίνεται απλώς για να χαμηλώσουν οι προσδοκίες στο άκουσμα γοητευτικών -ας πούμε!- εκφράσεων όπως είναι η αλλαγή παραγωγικού προτύπου και το αναπτυξιακό σοκ, που ακούγονται στη Θεσσαλονίκη αυτές τις ημέρες. 

ΥΓ. Η ουσιαστική χρεοκοπία της Ελλάδας το 2010 και όσα ακολούθησαν αποτέλεσε δυσάρεστη και τραυματική εμπειρία, που η χώρα δεν απέφυγε, αλλά ούτε επιχείρησε να αξιοποιήσει σαν ευκαιρία. Επίσης, η εν εξελίξει σε όλο τον κόσμο ψηφιακή επανάσταση, που στηρίζει σημαντικές καινοτομίες σε πολλαπλά επίπεδα ενδεχομένως θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη σε υποβαθμισμένες χώρες όπως η δική μας, αξιοποιείται μέχρι στιγμής για να διευκολύνονται κατά βάσιν δουλειές του δημοσίου που έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να διεκπεραιώνονται, όπως η έκδοση πιστοποιητικών και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Για ποια αλλαγή παραγωγικού προτύπου και ποιο αναπτυξιακό σοκ μιλάμε. Πουκάμισα αδειανά…