Είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά την Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης στην οποία είχε δηλωθεί απερίφραστα ότι «το μέλλον των Βαλκανίων είναι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης», η Ελλάδα έπιασε και πάλι το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει και πραγματοποίησε το βράδυ της Δευτέρας 21 Αυγούστου, το άτυπο δείπνο των ηγετών των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων παρουσία όμως της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ.
Αποτέλεσμα του άτυπου δείπνου των ηγετών των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων με οικοδεσπότη τον Έλληνα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη ήταν η Διακήρυξη των Αθηνών που περιέχει οκτώ σημαντικά σημεία μεταξύ των οποίων εκφράζεται η ακλόνητη υποστήριξη των 11 ηγετών «στην ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας εντός των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων της, με βάση τις αξίες της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα», καθώς και η σημασία να τεθεί ως στόχος η ολοκλήρωση «του οράματος μιας ΕΕ εμπλουτισμένης με τα Δυτικά Βαλκάνια, την Ουκρανία και τη Δημοκρατία της Μολδαβίας».
Όπως εκτιμά ο Διδάκτωρ Ευρωπαϊκής Ασφάλειας και Νέων Απειλών, ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, Τριαντάφυλλος Καρατράντος η συνάντηση των ηγετών των Δυτικών Βαλκανίων στην Αθήνα «προφανώς δεν είχε έναν αναμνηστικό, εορταστικό χαρακτήρα» υπό την πρόσκληση της ελληνικής κυβέρνηση και των δύο ανώτατων αξιωματούχων της ΕΕ.
«Ήταν μια συνάντηση που θέλει να ξαναπιάσει το νήμα της ενταξιακής προοπτικής των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, η οποία είναι αλήθεια ότι έχει περάσει από διάφορα κύματα και δεν έχει προχωρήσει στον βαθμό που θα ήθελαν και οι δύο πλευρές, δηλαδή η ΕΕ και τα Δυτικά Βαλκάνια, με εξαίρεση την περίπτωση της Κροατίας. Η Ελλάδα ήταν και τότε η χώρα μέλος της ΕΕ που είχε ξεκινήσει την πρωτοβουλία και τώρα έρχεται και πάλι να πιάσει το νήμα δείχνοντας και τον τρόπο που μπορεί να κινηθεί η διαδικασία» τόνισε στη Voria.
Η κίνηση αυτή της ελληνικής κυβέρνησης παρουσία μάλιστα των δυο εκπροσώπων των ανώτατων θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποδεικνύει και τη θέληση της Ευρώπης να προχωρήσει οριστικά η διαδικασία της ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Για τον κ. Καρατράντο είναι σημαντικό επίσης την ίδια ώρα «ξεκαθαρίστηκε ότι δεν θα υπάρξουν διαδικασίες επίσπευσης αν δεν έχουν ολοκληρωθεί οι όροι» που πρέπει να ολοκληρώσει κάθε χώρα για να ενταχθεί στους κόλπους της ΕΕ, όπως προβλέπει η Ένωση.
Η χρονική συγκυρία που η Αθήνα εκκινεί εκ νέου τις διαδικασίες για να προχωρήσει η ενταξιακή πορεία και εντέλει η είσοδος των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ δεν έχει καμία σχέση με όσα επικρατούσαν πριν από 20 χρόνια στην περιοχή. Από τότε μέχρι τώρα πολλά έχουν αλλάξει, ενώ οι λαοί των κρατών αυτών παρουσιάζουν τη λεγόμενη ενταξιακή κόπωση περιμένοντας πολλά χρόνια να δουν να ανοίγει η πύλη της ΕΕ. Ο κ. Καρατράντος επισημαίνει ότι καταλύτης στη νέα εποχή και άρα στην ενταξιακή τους πορεία αποτέλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
«Με καταλύτη την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την επιρροή που έχει αυτή η χώρα στην ευρύτερη περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων κρίνεται σήμερα επιτακτικότερο από ποτέ να βρεθεί η φόρμουλα εκείνη που θα φέρει τα Δυτικά Βαλκάνια πιο κοντά στην ΕΕ και να υπάρξει ένας οδικός χάρτης, ο οποίος θα έχει ένα τέλος. Δηλαδή αφού εκπληρωθούν όλα τα κριτήρια θα υπάρξει μια ορατή διαδικασία ένταξης ακόμα κι αν αυτή είναι σταδιακή -για παράδειγμα τελωνειακή σύνδεση- και θα συνεχίζεται κομμάτι κομμάτι η σύνδεση δίνοντας έτσι οφέλη και στην ΕΕ αλλά και στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων», ανέφερε ο κ. Καρατράντος προσθέτοντας ότι οι χώρες της συγκεκριμένης περιοχής είναι πολλές και με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Έτσι η ενταξιακή διαδικασία και με δεδομένη την εκπλήρωση των στόχων που θέτει η ΕΕ είναι αδύνατον να γίνει ταυτόχρονα για όλες τις χώρες, αλλά πρέπει να βρεθούν τα σωστά βήματα για να μην υπάρξουν απομονώσεις και εκ νέου απογοητεύσεις.
«Πρέπει η διαφορετική ταχύτητα που θα ακολουθηθεί να μην δημιουργήσει την αίσθηση της απομόνωσης για κάποιες χώρες γιατί είναι κρίσιμη η στιγμή, κάτι που το αναγνωρίζει και η ΕΕ», κατέληξε ο κ. Καρατράντος.