Skip to main content

Η μεγάλη ανατροπή: Γιατί κέρδισε ο Ζέρβας, γιατί έχασε ο Ταχιάος

Ποιοι λόγοι οδήγησαν στην εκλογή του Κωνσταντίνου Ζέρβα ως νέου δημάρχου της Θεσσαλονίκης και τον Νίκο Ταχιάο σε εκλογική ήττα.

Με ποδοσφαιρικούς όρους, καθώς αυτή η αναμέτρηση για το δήμο Θεσσαλονίκης ποδοσφαιροποιήθηκε όσο καμία άλλη στο παρελθόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στις χθεσινές εκλογές κέρδισε ο καλύτερος ή και ότι επικράτησε το αουτσάιντερ επειδή δεν τράβηξε το φαβορί. Ή ακόμη, ότι το αποτέλεσμα το καθόρισε η «παράγκα». Όμως, ευτυχώς, στις πολιτικές αναμετρήσεις το αποτέλεσμα το κρίνει κυρίως η πολιτική, υπό τη στενή ή την ευρεία έννοιά της. Κι όταν μιλάμε για ένα τόσο συντριπτικό αποτέλεσμα, κάθε απόπειρα ανάγνωσής του με όρους εξωπολιτικούς φαντάζει περισσότερο με υπεκφυγή.

Στο αρχικό ερώτημα «ποιον από τους 19» και στο μετέπειτα «ποιον από τους δύο προτιμάτε για δήμαρχο», οι Θεσσαλονικείς απάντησαν ξεκάθαρα: Κωνσταντίνο Ζέρβα. Έναν υποψήφιο ο οποίος ξεκίνησε στην κούρσα ως αουτσάιντερ και μάλιστα όχι από τα ισχυρότερα, αλλά κατάφερε στην τελική ευθεία να ανοίξει δρασκελισμό και να κόψει πρώτος το νήμα. Ο Ζέρβας ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στο κουλουάρ, τον περασμένο Νοέμβριο, έκανε όλο αυτό το εξάμηνο κούρσα τακτικής η οποία, κρίνοντας εκ τους αποτελέσματος, απεδείχθη εξαιρετικά επιτυχής.

Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι η υποψηφιότητα Ζέρβα άρχισε να οικοδομείται ήδη από τις αρχές της δεύτερης θητείας του Γιάννη Μπουτάρη. Όταν διαχώρισε τη θέση του, αποστασιοποιήθηκε και εν συνεχεία αποχώρησε από την «Πρωτοβουλία».

Όμως, παρά τη σύγκρουσή του με τον απερχόμενο δήμαρχο, η εκλογική επιτυχία του Ζέρβα δείχνει ότι το «μοντέλο Μπουτάρη» και ακριβέστερα, το «μοντέλο της ‘Πρωτοβουλίας’» εξακολουθεί να παραμένει ελκυστικό. Διότι, ο Ζέρβας, ουσιαστικά αυτό το μοντέλο παρουσίασε. Ενός ανεξάρτητου υποψηφίου, χωρίς κομματικό χρίσμα, άρα και χωρίς κομματικές δεσμεύσεις, επικεφαλής ενός πολυσυλλεκτικού συνδυασμού στον οποίο το βαρύ χαρτί ήταν ο υποψήφιος δήμαρχος.

Μάλιστα, το έργο του Ζέρβα ήταν δυσκολότερο από αυτό του Μπουτάρη το 2010 καθώς τώρα δεν υπήρχε κανένα κόμμα πίσω από τον συνδυασμό του, ούτε υπήρχαν στο ψηφοδέλτιό του ισχυρές προσωπικότητες με απήχηση και επιρροή στην πόλη. Η προεκλογική εκστρατεία του ήταν, στην πραγματικότητα, ο ορισμός του one man show.

Πέραν των ανωτέρω ο Ζέρβας κέρδισε και για τους παρακάτω λόγους:

• Οι πολλοί συνδυασμοί, 19 στο σύνολο, αποδυνάμωσαν την παράμετρο «ψηφοδέλτιο» και υπογράμμισαν τον παράγοντα «επικεφαλής» κι εκεί ο Ζέρβας απεδείχθη μακράν η ελκυστικότερη και πιο «φρέσκια» υποψηφιότητα.

• Παρουσίασε ένα πρόγραμμα με προτάσεις, στην πλειονότητά τους προφανείς και χωρίς πολλές πολλές γωνίες, γεγονός που διευκόλυνε την πρόσληψή τους από τους ψηφοφόρους. Επιπλέον, τις τελευταίες κρίσιμες ημέρες πριν από τον πρώτο γύρο προέβη σε εξαγγελίες για τις οποίες κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για λαϊκισμό (μείωση των δημοτικών τελών κατά 50%), οι οποίες ωστόσο του έδωσαν την ώθηση που χρειαζόταν για να μπει στον δεύτερο γύρο.

• Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας εστίασε στην ανάδειξη της προσωπικότητάς του πρωτίστως, αλλά και των προτάσεών του, αποφεύγοντας να ανοίξει μέτωπα με τους αντιπάλους του, γεγονός που τον βοήθησε σημαντικά στον δεύτερο γύρο. Το ότι κατάφερε να υπερκαλύψει τη διαφορά των περίπου 7,5 ποσοστιαίων μονάδων και να φτάσει στο ποσοστό ρεκόρ του 67%, αποδεικνύει ότι διέθετε πολύ μεγαλύτερες πολιτικές δεξαμενές απ’ ότι ο αντίπαλός του.

• Διέθετε άριστο επιτελείο το οποίο χάραξε σαφή στρατηγική και την υπηρέτησε με συνέπεια, ακολούθησε αποτελεσματική τακτική που σε συνδυασμό με την οικονομική άνεση που διέθετε, τον οδήγησαν στην επιτυχία.

Ο Ν. Ταχιάος

Μια πρόχειρη απάντηση στο ερώτημα «γιατί έχασε ο Ταχιάος;» θα ήταν «επειδή δεν διέθετε όλα τα προηγούμενα που είχε ο Ζέρβας». Ωστόσο, πέραν αυτού:

• Η βασική επιλογή του Ταχιάου να στηριχθεί σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στη Νέα Δημοκρατία, θεωρώντας ότι η πολιτική υπεροχή της θα ήταν αρκετή για να τον σπρώξει στη νίκη, δεν του βγήκε. Οι ψηφοφόροι του κόμματος διαχύθηκαν στους διάφορους κεντροδεξιούς συνδυασμούς και –πλην ελαχίστων- δεν επανέκαμψαν ούτε στον δεύτερο γύρο, παρά τον αέρα νίκης που είχε η ΝΔ από την ευρωκάλπη.

• Ο Ταχιάος διάβασε λάθος τους πιθανούς αντιπάλους του, επέλεξε να αντιπαρατεθεί αρχικά με την Κατερίνα Νοτοπούλου και στη συνέχεια με τον Γιώργο Ορφανό, χάνοντας τελείως από το ραντάρ του τον Ζέρβα, η επιτυχία του οποίου έδειξε να τον αιφνιδιάζει.

• Μη έχοντας προετοιμαστεί γι’ αυτόν τον αντίπαλο, συνέχισε και στο ενδιάμεσο των δύο γύρων την ίδια τακτική η οποία απεδείχθη ατελέσφορη. Στην προσπάθειά του, μάλιστα, να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους της ΝΔ, χρέωσε τον Ζέρβα στο ΠΑΣΟΚ, παρότι υπήρξε υποψήφιος με τη ΝΔ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, τακτική όμως, που περιχαράκωσε ακόμη περισσότερο την υποψηφιότητά του, δυσχεραίνοντας ψηφοφόρους κεντροαριστερών σχημάτων να τον ψηφίσουν.

• Ως προσωπικότητα ο Ταχιάος απεδείχθη λιγότερο ελκυστικός από τον αντίπαλό του. Επιπλέον η προηγούμενη θητεία του στο δήμο κατά την περίοδο του Παπαγεωργόπουλου, ασχέτως της μη δικής του εμπλοκής στα σκάνδαλα, ανέσυρε αρνητικές μνήμες σε μερίδα ψηφοφόρων οι οποίοι είδαν στο πρόσωπό του, επιστροφή στο παρελθόν.

• Παρότι υποστηριζόμενος από ένα μεγάλο κόμμα το οποίο εμφανίζεται, μάλιστα, να βρίσκεται στα πρόθυρα της εξουσίας, ο Ταχιάος μειονεκτούσε σημαντικά ως προς τον αντίπαλό του σε επιτελείο, αλλά και σε οικονομικούς πόρους. Επιπλέον, βουλευτές, αλλά και κορυφαία αυτοδιοικητικά και κομματικά στελέχη παρακολουθούσαν εκ του μακρόθεν την προσπάθειά του, αποφεύγοντας να εμπλακούν ενεργά.

Ευθύνες έχει ασφαλώς και η ηγεσία του κόμματος η οποία με τους ατυχείς χειρισμούς της κατά τη διαδικασία επιλογής υποψηφίου αποδυνάμωσε την τελική επιλογή της (ασχέτως προσώπου), ενώ και κατά την τελευταία εβδομάδα, έπεισε λίγους από τους ψηφοφόρους της που είχαν επιλέξει άλλα σχήματα, να ψηφίσουν τη δεύτερη Κυριακή τον Ταχιάο.