της Έλσας Αλατσίδου*
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή. Τα προβλήματα του αστικού περιβάλλοντος δεν είναι πια αφηρημένες έννοιες ή μελλοντικές απειλές· είναι καθημερινή εμπειρία για τους κατοίκους της πόλης. Η έλλειψη επαρκών χώρων πρασίνου, η επιβάρυνση της ατμόσφαιρας και η συνεχής πίεση του δομημένου περιβάλλοντος συνθέτουν μια πραγματικότητα που δεν αφήνει περιθώρια για αναβολές ή ημίμετρα. Η πόλη χρειάζεται σαφείς πολιτικές επιλογές που να απαντούν στις σύγχρονες περιβαλλοντικές προκλήσεις.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, η ανάγκη για ουσιαστικούς πνεύμονες πρασίνου είναι πλέον επιτακτική. Όχι για αποσπασματικές παρεμβάσεις και συμβολικές δενδροφυτεύσεις, αλλά για πραγματικούς, εκτεταμένους χώρους που θα μπορούν να λειτουργήσουν ως ανάσα για την πόλη και τους κατοίκους της. Και είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που γίνεται αναπόφευκτο να μην επιστρέψουμε σε όσα συνέβησαν πριν από λίγες εβδομάδες στο Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης.
Η συζήτηση γύρω από τη ΔΕΘ δεν ήταν απλώς μια ακόμη διαφωνία για έναν αστικό σχεδιασμό. Ήταν μια αποκαλυπτική πολιτική στιγμή. Περισσότεροι από 23 χιλιάδες πολίτες κατέθεσαν την υπογραφή τους ζητώντας το αυτονόητο: να έχουν λόγο για το μέλλον ενός από τους πιο κομβικούς χώρους της πόλης. Το αίτημα για δημοψήφισμα δεν αφορούσε μόνο στο αν θα γίνει μητροπολιτικό πάρκο ή ανάπλαση. Αφορούσε το δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων.
Κι όμως, η διοίκηση Αγγελούδη επέλεξε να απορρίψει αυτό το αίτημα. Όχι μόνο πολιτικά, αλλά και με έναν τρόπο που ήδη αμφισβητείται θεσμικά, γεγονός που μας οδήγησε σε προσφυγή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Στην πράξη, αυτό που συνέβη ήταν απλό: η φωνή χιλιάδων πολιτών αγνοήθηκε. Πετάχτηκε στο περιθώριο ως μια ενοχλητική, διαδικαστική λεπτομέρεια.
Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια διοίκηση, προεκλογικά, υιοθετούσε τη θέση για τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου στον χώρο της ΔΕΘ. Μια θέση που εγκαταλείφθηκε στην πορεία, χωρίς ουσιαστική εξήγηση. Η «κωλοτούμπα» αυτή, όμως, δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα. Αντίθετα, η συζήτηση μετατοπίζεται σε δήθεν «ασκήσεις κυβίστησης» όσων ζητούν κάτι απλό: να ακουστεί η κοινωνία.
Και κάπως έτσι επιβεβαιώνεται κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό: ότι σε αυτή την πόλη, το μέλλον της - ένα μέλλον που θα καθορίσει τις επόμενες δεκαετίες- δεν το αποφασίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της, αλλά λίγοι. Και το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι: πόσο δημοκρατικό είναι αυτό;
Παράλληλα, η πόλη χάνει άλλη μία ευκαιρία. Να κάνει ένα μικρό, αλλά ουσιαστικό βήμα προς ευρωπαϊκές πρακτικές συμμετοχής. Να ενσωματώσει τους πολίτες στη λήψη αποφάσεων. Να τους καταστήσει κοινωνούς του μέλλοντός της. Αντί αυτού, επιλέγει να παραμείνει μια τσιμεντούπολη, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων της.
Η Θεσσαλονίκη, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει έτσι. Δεν έχει την πολυτέλεια να παραμένει μια πόλη που ασφυκτιά, ούτε μια πόλη όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των κατοίκων της. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ζήτημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ή πολεοδομικό. Είναι βαθιά αξιακό.
Και όσο οι επιλογές καθυστερούν ή κινούνται σε λάθος κατεύθυνση, η πόλη θα συνεχίζει να υστερεί σε όσα πραγματικά έχει ανάγκη: σε πράσινο, σε ποιότητα ζωής, σε συμμετοχή. Ο χρόνος θα περνά, οι ευκαιρίες θα χάνονται και οι αποφάσεις θα μετατίθενται, αφήνοντας τη Θεσσαλονίκη να ακολουθεί — αντί να διαμορφώνει — το μέλλον της.
* Η Έλσα Αλατσίδου είναι Γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης, εκλεγμένη με την δημοτική παράταξη «Θεσσαλονίκη για Όλους»