Παρά τις μεταρρυθμίσεις και την εσωτερική υποτίμηση τα χρόνια των Μνημονίων η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας βελτιώθηκε λιγότερο απ' ό,τι σε άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα. Από τα συγκριτικά τεστ που γίνονται μεταξύ της ελληνικής και της κυπριακής οικονομίας, για παράδειγμα, τα αποτελέσματα που προκύπτουν είναι καταλυτικά σε βάρος της πρώτης. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο ανησυχητικά μηνύματα που λαμβάνει τόσο το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης (όσο κι αν δεν το παραδέχεται δημοσίως) όσο και οι αναλυτές των μεγάλων ξένων επενδυτικών οίκων.
Είναι ενδεικτικό το εξής στοιχείο: Το ΑΕΠ θα αυξηθεί φέτος κατά περίπου 2%, το οποίο είναι μεν το καλύτερο ποσοστό από το 2007, αλλά θα υποχωρήσει σταδιακά στο περίπου 1,5% την διετία που θα ακολουθήσει. Η αιτία αυτής της καθ' όλα αρνητικής εξέλιξης; Το γεγονός ότι η δημοσιονομική λιτότητα που συνεχίζεται προκειμένου να πιαστούν οι στόχοι για τους οποίους έχει δεσμευτεί η χώρα θα βαραίνουν στην αναπτυξιακή διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να κάνει ένα βήμα μπρος και δύο βήματα πίσω κι άρα, στην πραγματικότητα να υποχωρεί, αντί να βελτιώνεται.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις, όπως είναι φυσικό, έχουν κάποιο περιθώριο λάθους. Πολλά για παράδειγμα, εξαρτώνται από τις εξελίξεις στο μέτωπο της πολιτικής. Και βέβαια, από το κατά πόσο οι πιστωτές θα έχουν την διάθεση να στηρίξουν την χώρα, στο μέλλον, υπό το βάρος νέων δεδομένων, που αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να προσδιοριστούν.