Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 ήταν ταραγμένα για τη Θεσσαλονίκη. Το Μάιο του 1963 η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Σπανδωνή έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα τις πολιτικές εξελίξεις και τους ανήσυχους νέους της εποχής. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς έφτανε με τρένο από την Αθήνα ένας ψηλόλιγνος νεαρός για να σπουδάσει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής, στο οποίο ξεχώριζε η παρουσία του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου.
Ο 20χρονος νέος εξ’ Αθηνών ήταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο οποίος από την Κυψέλη –και αφού μπάρκαρε για ένα χρόνο σε καράβι στη Μεσόγειο- βρέθηκε στην οδό Δεσπεραί, ψηλά προς την Πρίγκηπος Νικολάου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Εκεί σε ένα σχετικά μικρό φοιτητικό διαμέρισμα μάζευε τους φίλους του, τη Βούλα, το Δημήτρη, τον Κώστα, το Σίμο, τη Χρύσα. Έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσαν όλοι μαζί. Από Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Ξαρχάκο μέχρι γαλλικά και αμερικάνικα τραγούδια. Αλλά και Σουγιούλ, Αττίκ και Χαιρόπουλο. Το ίδιο γινόταν και στο σπίτι του συμφοιτητή του Σίμου Μπανσασσών, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι. Κάθε μέρα μαζί μέχρι το 1966, που ο Λουκιανός πέτυχε να μετεγγραφεί στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο και να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αθήνα, στο σπίτι του, στη γειτονιά του. Το σπίτι του Σίμου, στην οδό Παύλου Μελά 12, σχετικά κοντά στο κτίριο που στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής βρισκόταν το «Ουζερί Τσιτσάνη», διέθετε πιάνο. Ο Λουκιανός που είχε ολοκληρωμένες μουσικές σπουδές έβρισκε εκεί τη διέξοδο για το αγαπημένο του μουσικό όργανο. Εκτός από τα γνωστά τραγούδια, έπαιζε στους συμφοιτητές του δικές του μελωδίες, που αργότερα χρησιμοποίησε στα τραγούδια του. Μέσα στην υγρασία και το βαρύ κλίμα της Θεσσαλονίκης γεννήθηκαν στο κεφάλι του πολλές δημιουργικές ιδέες, που αργότερα τις αξιοποίησε στα τραγούδια του. Μια συμβολή της πόλης των φοιτητικών του χρόνων στη μετέπειτα πορεία…
Στη Θεσσαλονίκη, εκτός από τα σπίτια τους, ο Κηλαηδόνης και η παρέα του σύχναζαν στη μπουάτ «Άθως» στην οδό Δεσπεραί, έτρωγαν στο μαγειρείο «Ρομάνα» στην οδό Διαλέττη και διασκέδαζαν στην ταβέρνα «Δύο Βασίληδες» στο Κουλέ Καφέ, στη «Δόμνα» στην Άνω Πόλη και σε διάφορα μαγαζιά πέριξ της Πορτάρας, ψηλά στα Κάστρα. Ήταν η εποχή που σε αυτά τα νεανικά, φοιτητικά και γι’ αυτό απόλυτα λαϊκά στέκια τη μουσική έφτιαχναν οι ίδιες οι παρέες.
Ο Σίμος Μπενσασσών, ο οποίος έλειψε στο εξωτερικό για 40 χρόνια και σήμερα είναι ειδικός σύμβουλος στο δήμο Θεσσαλονίκης για θέματα καινοτομίας, υπήρξε μέχρι το τέλος στενός φίλος του Λουκιανού. Από την περίοδο της Θεσσαλονίκης ο κ. Μπανσασσών θυμάται τον Λουκιανό ως έναν σεμνό και ταλαντούχο άνθρωπο, ο οποίος αν δε γινόταν πετυχημένος συνθέτης και μουσικός θα μπορούσε να είναι πολύ καλός αρχιτέκτονας ή εξαιρετικός γραφίστας. Θυμάται επίσης έναν «πλατύ άνθρωπο», που αν και είχε πολιτικές ευαισθησίες δεν θα μπορούσε να στριμωχτεί ούτε σε κόμματα, ούτε σε μονότονες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Είχε από τότε τις αγάπες του από την Αμερική. Τη τζαζ, τα μεγάλα ανοιχτά αυτοκίνητα, τις αστυνομικές ταινίες, τις ντίβες του Χόλιγουντ, τα τζιν παντελόνια, το ροκ εντ ρολ. Άλλωστε το πρώτο δισκάκι που αγόρασε ήταν το «The great Pretender» των Platters.