Skip to main content

Ένας σπάνιος οστέινος διπλός αυλός του 4ου π.Χ. αιώνα από την Αρχαία Πύδνα Πιερίας

Ο βουνίσιος τόνος του θεού Πάνα αντηχούσε με καθαρότητα ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα κι έφτανε ως τις κορυφές του Ολύμπου

«ει κτύπος ουρεσίφοιτος ακούετο δίζυγος αυλού...»
(αν ακουγόταν ο βουνίσιος τόνος του δίαυλου…)

Στο απόσπασμα αυτό ο Νόννος ο Πανοπολίτης (5ος αιώνας μ.Χ.), ο σημαντικότερος Έλληνας επικός ποιητής της Ύστερης Αρχαιότητας, περιγράφει την ατμόσφαιρα της διονυσιακής λατρείας, όπου ο ήχος των δίζυγων αυλών αντηχεί στα βουνά. Ο «βουνίσιος τόνος» (ουρεσίφοιτος κτύπος) παραπέμπει στον ήχο που πλανιέται στα βουνά, έναν ήχο άγριο, φυσικό, συχνά συνδεδεμένο με τον θεό Πάνα ή τις Βάκχες.

Οι διπλοί αυλοί, αλλιώς δίδυμοι ή δίζυγοι αυλοί ή δίαυλοι, ήταν από τα σημαντικότερα πνευστά όργανα στην αρχαιότητα κι απεικονίζονται συχνά στην αρχαία τέχνη. Πρόκειται για ένα ζεύγος ξεχωριστών αυλών που ο/η μουσικός (αυλητής/τρίδα) κρατούσε ταυτόχρονα, έναν σε κάθε χέρι, και τους φυσούσε από το ίδιο στόμιο.

Στη Βόρεια Ελλάδα έχουν διασωθεί τα δύο αρτιότερα ζεύγη διπλών αυλών.  Ο οστέινος διπλός αυλός, ο οποίος εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, χρονολογείται γύρω στα 400-380 έως 323 π.Χ. και βρέθηκε σε λακκοειδή τάφο στο βόρειο νεκροταφείο της Πύδνας Πιερίας. Ήταν τοποθετημένος κοντά στα χείλη και σε επαφή με το δεξί χέρι της νεκρής ή του νεκρού αποτελώντας το μοναδικό κτέρισμα, αναφέρουν οι αρχαιολόγοι του Μουσείου.

Image


Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι δύο ηχητικοί σωλήνες (βόμβυκες) σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση σε μήκος 34,2 εκ. ο ένας και 37 εκ. ο άλλος. Ο κάθε ένας αποτελείται από πέντε αρθρωτά, συναρμοσμένα μεταξύ τους, τμήματα υποστηριζόμενα από πατούρα και φέρουν από πέντε οπές. Στο πάνω άκρο τους, το επιστόμιο (όλμος), όπου φυσούσε ο αυλητής ή η αυλητρίδα προσαρμοζόταν η μονή ή διπλή γλωττίδα, συνήθως από καλάμι, η οποία ανοιγόκλεινε την είσοδο για την παραγωγή του ήχου.

Ένα πρωιμότερο παράδειγμα της αρχαϊκής ή πρώιμης κλασικής εποχής εντοπίστηκε σε λακκοειδή τάφο στο νεκροταφείο της αρχαίας Ακάνθου (Ιερισσός) στη Χαλκιδική. Είναι αξιοσημείωτο ότι και αυτή η ταφή δεν περιείχε κανένα άλλο κτέρισμα.

Image

 

 

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους του ΑΜΘ, το γεγονός αυτό και για τα δύο ζεύγη των διπλών αυλών υποδεικνύει την άμεση σύνδεση των νεκρών με το μουσικό όργανο και ενισχύει την πιθανή ταύτισή τους  με μουσικούς χωρίς οικονομική επιφάνεια.

Οι διπλοί αυλοί συνόδευαν θρησκευτικές τελετές -ιδιαίτερα εκείνες προς τιμήν του Διόνυσου-, θυσίες, πομπές, χορούς, αθλητικούς αγώνες, θεατρικές παραστάσεις, γιορτές, ενώ χρησιμοποιούνταν για να μετρούν τον χρόνο των κωπηλατών στις τριήρεις και την πορεία των στρατιωτών στη μάχη. Στις δημόσιες εκδηλώσεις συμμετείχαν άνδρες αυλητές, ενώ στα συμπόσια αυλητρίδες, δούλες ή εταίρες.

Image

 

Το παίξιμό τους σε ζεύγος, ένας από το αριστερό και ένας από το δεξί χέρι, όπως μαρτυρούν οι σωζόμενες παραστάσεις, απαιτούσε ιδιαίτερη δεξιοτεχνία, αλλά πρόσφερε μεγάλη ποικιλία ηχοχρωμάτων. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι οι διπλοί αυλοί με ίσο μήκος έπαιζαν σε ταυτοφωνία, ενώ στην περίπτωση των άνισων, ο ένας έπαιζε τη μελωδία και ο άλλος την υποστήριζε. Δεν αποκλείεται όμως και να έπαιζαν εκ περιτροπής, ο ένας σε υψηλότερο και ο άλλος σε χαμηλότερο τονικό ύψος. Από παραστάσεις αγγείων γνωρίζουμε ότι οι αυλητές χρησιμοποιούσαν τη «φορβειά», μια δερμάτινη λωρίδα γύρω από το στόμα, τα μάγουλα και το πίσω μέρος του κεφαλιού, με άνοιγμα στην περιοχή των χειλιών. Περιόριζε το φούσκωμα στα μάγουλα και ενίσχυε την πίεση του αέρα αυξάνοντας τη δύναμη του ήχου. Οι διπλοί αυλοί κατασκευάζονταν από κόκαλο, κέρατο, καλάμι ή ξύλο, και σπανιότερα από χαλκό ή ελεφαντόδοντο, επισημαίνουν οι αρχαιολόγοι.

Αρχαία Πύδνα: Ένα σπουδαίο λιμάνι, με εργαστήρι κεραμικής και αλυκές

Η αρχαία πόλη της Πύδνας ήταν χτισμένη περίπου ένα χιλιόμετρο νοτίως του Μακρύγιαλου, στα παράλια του Θερμαϊκού. Γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τα βυζαντινά χρόνια, ως λιμάνι, ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο της Ελλάδας, ως σημαντικό εργαστήρι κεραμικής, αλλά και χάρη στις αλυκές της. Η πόλη είναι γνωστή για τη Μάχη της Πύδνας, ανάμεσα στα στρατεύματα του τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας, Περσέα και του ρωμαϊκού στρατού υπό τον Αιμίλιο Παύλο, η οποία σήμανε την οριστική επικράτηση των Ρωμαίων και την υποταγή της Ελλάδας, το 168 π.Χ.

Image

 

Η Πύδνα μετονομάστηκε σε Κίτρος από τους Ρωμαίους και μέσα στους αιώνες μεγαλούργησε ως η σημαντικότερη πόλη της Πιερίας, αλλά και λεηλατήθηκε από διάφορους κατακτητές. Το διάσημο κάστρο της, που διασώζεται στον αρχαιολογικό χώρο, είναι δημιούργημα των Φράγκων, που επιδιόρθωσαν και ισχυροποίησαν την προηγούμενη ρωμαϊκή οχύρωση. Η πόλη εγκαταλείφθηκε τον 14ο αιώνα, αφού είχε καταστραφεί εν μέσω της εμφύλιας διαμάχης για τη διαδοχή στον θρόνο του Βυζαντίου.

Οι ανασκαφές ανακάλυψαν τη δυτική πύλη του κάστρου, θεμέλια πανδοχείου, λουτρού και μιας μικρής βασιλικής, καθώς επίσης πολυάριθμα παλαιοχριστιανικά μάρμαρα και γλυπτά του 10ου και 11ου αιώνα και πλήθος ευρημάτων, που επιβεβαίωσαν την ισχυρή θέση της πόλης. Μέσα στο κάστρο εντοπίσθηκαν τμήματα δύο παλαιοχριστιανικών βασιλικών του 4ου και 6ου αιώνα.