Ο προβληματισμός που επικρατεί στις τάξεις των θεσμών για την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση και του γενναίου πακέτου παροχών της ελληνικής κυβέρνησης, είναι πλέον κάτι παραπάνω από εμφανής. Και αναμένεται ότι θα εκφρασθεί με κάποιον τρόπο από σήμερα, οπότε κι αναμένονται στη χώρα μας στο πλαίσιο της τακτικής αξιολόγησης. Το βασικό σημείο της ασκούμενης πολιτικής που προκαλεί ανησυχία, είναι η σχεδόν ημιθανής κατάσταση των δημοσίων επενδύσεων, που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να αποτελεί την ατμομηχανή της ανάπτυξης. Όμως, οι τελευταίες θυσιάζονται στο βωμό των υπερπλεονασμάτων.
Οι θεσμοί, από τη μία πλευρά, αναγνωρίζουν ότι ήρθε η ώρα για φοροελαφρύνσεις, αλλά από την άλλη θέλουν και να διασφαλίσουν ότι κι δεν θα γίνουν - και αυτές - σε βάρος του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Κι έτσι φαίνεται να βρίσκονται προ αδιεξόδου. Και κάπως έτσι φτάνουν στο σημείο σχεδόν να «απειλούν» ότι δεν θα δεχτούν, στην πράξη, μεγάλο εύρος παροχών αν απειληθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Το πιθανότερο, ωστόσο, είναι ότι στο τέλος, θα υποχωρήσουν. Κι αυτό γιατί η απόφαση για την έγκριση του πακέτου των παροχών είναι πολιτική.
Ωστόσο, οι θεσμοί, προσεχώς, θα ζητήσουν από την ελληνική κυβέρνηση να επισπεύσει την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου σε ιδιώτες. Γιατί, όπως λένε, δεν είναι δυνατόν η Αθήνα να ανακοινώνει τέτοια υπέρ-πλεονάσματα και να χρωστά 2 δις ευρώ σε προμηθευτές και φορολογούμενους. Όλα τα παραπάνω συζητήθηκαν και στο τελευταίο Euroworking Group που αποκάλυψε και τις πραγματικές προθέσεις των θεσμών έναντι της Ελλάδας.