Επιστολή με θέμα τις τροποποιήσεις που επέρχονται στον υπολογισμό του συμπληρωματικού φόρου με βάση το πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, απέστειλε η Ομοσπονδία Επαγγελματιών και Εμπόρων Νομού Θεσσαλονίκης προς τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, Τρύφων Αλεξιάδη.
Η επιστολή κοινοποιήθηκε προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, Αλέξη Τσίπρα, προς τους Αρχηγούς και τους Βουλευτές των κομμάτων της Βουλής, προς τον Πρόεδρο της ΓΣΕΒΕΕ και τον Πρόεδρο της κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων.
Αναλυτικά το κείμενο της επιστολής:
«Αξιότιμε κε Υπουργέ,
Με την επιστολή μας αυτή, θέλουμε να σας μεταφέρουμε την δυσαρέσκεια των μελών μας για τις τροποποιήσεις που επέρχονται με βάση το πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, καθόσον αφορά το νέο υπολογισμό του συμπληρωματικού φόρου, που φέρνει νέες αυξήσεις στον φόρο ακινήτων, καθώς και για την απόφαση των 100 δόσεων που γίνεται δυσμενέστερη, για όσους έχουν υπαχθεί στην ρύθμιση.
* ΕΝΦΙΑ
Καλούνται και πάλι οι ιδιοκτήτες ακινήτων να σηκώσουν τα βάρη της νέας υπερφορολόγησης, ανεξάρτητα από την απόδοση που έχουν τα ακίνητα αυτά και της πραγματικής τους αξίας.
Με τον νόμο γίνονται οι κατωτέρω μεταβολές:
Αυξάνονται οι συντελεστές για τον υπολογισμό του φόρου, φυσικών και νομικών προσώπων στα οικόπεδα και για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού φόρου, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία των πάσης φύσεως ακινήτων. Για πρώτη μάλιστα φορά, συνυπολογίζεται και η αξία γηπέδων εκτός σχεδίων πόλεως και οικισμών, καθώς και αγροτεμαχίων.
Επίσης, αυξάνονται οι συντελεστές εκτός του κυρίου φόρου, για τα οικόπεδα, φυσικών προσώπων και επιβάλλεται συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ στα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούνται από τις επιχειρήσεις για παραγωγικές και λοιπές δραστηριότητες. Καθόσον αφορά δε τα νομικά πρόσωπα, αυξάνεται ο συντελεστής του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ από 5% σε 5,5%.
Αυξημένο ΕΝΦΙΑ θα πληρώσουν και οι ιδιοκτήτες κενών και μη ρευματοδοτούμενων ακινήτων με την κατάργηση της έκπτωσης φόρου που υπήρχε μέχρι σήμερα.
Όλες βέβαια οι τροποποιήσεις που επέρχονται στον υπολογισμό του συμπληρωματικού φόρου, έχουν έναν και μόνο σκοπό, να μην μειωθούν τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού από την μείωση των αντικειμενικών αξιών που είχε υποσχεθεί η κυβέρνηση, χωρίς να λαμβάνεται όμως υπόψη, η δεινή οικονομική κατάσταση που βιώνουν σήμερα οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Προς το σκοπό δε αυτό, μειώνεται το αφορολόγητο όριο του συμπληρωματικού φόρου από 300.000 € που ήταν μέχρι σήμερα, στο ποσό των 200.00€ και επιβάλλεται συντελεστής φόρου 0,10% με 0,15%, σε περιουσίες ακινήτων συνολικής αξίας από 200.000€ έως 300.000€.
Επίσης, επιβάλλονται πολλοί αυξημένοι συντελεστές φόρου, συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ σε περιουσίες αξίας έως 300.000€.
Συμπληρωματικά, θέλουμε να τονίσουμε ότι μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών, πληρώνουν μεγαλύτερους φόρους ακινήτων από τον προηγούμενο χρόνο, την στιγμή που περίμεναν, σύμφωνα με τις κυβερνητικές δηλώσεις, ότι η μείωση τω αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, θα επιφέρει και ανάλογη μείωση του ΕΝΦΙΑ.
Το γεγονός αυτό, θα επιβεβαιωθεί και με τα σημειώματα ΕΝΦΙΑ που θα αποσταλούν τον μήνα Αύγουστο, σε κάθε φορολογούμενο.
Καταλήγοντας, θέλουμε να τονίσουμε, όπως έγινε και στις προηγούμενες κυβερνήσεις, ότι ο ΕΝΦΙΑ αποτελεί στην ουσία, ένα σοβαρό και καταστροφικό φόρο, ένα μεγάλο χαράτσι που φέρνει τα πάνω κάτω στα οικονομικά των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών και καταστρέφει τον κατασκευαστικό κλάδο και όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό, με αποτέλεσμα χιλιάδες απασχολούμενοι να έχουν οδηγηθεί στην ανεργία.
Θέλουμε να τονίσουμε επίσης, ότι ο ΕΝΦΙΑ τιμωρεί αμείλικτα, όλους εκείνους τους ιδιοκτήτες ακινήτων που προτίμησαν να επενδύσουν τις οικονομίες τους σε ακίνητα στην χώρα τους, σε αντίθεση με εκείνους που τα επένδυσαν στο εξωτερικό.
Από την σκληρή αυτή πραγματικότητα, δεν εξαιρέθηκαν ούτε η πρώτη κατοικία, ούτε η επαγγελματική στέγη, ούτε ακόμη και τα διατηρητέα κτίρια, που αναδεικνύουν την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας μας και φυσικά κινδυνεύουν σε κατάρρευση λόγω του υψηλού κόστους συντήρησης, στο οποίο δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οι ιδιοκτήτες τους.
Επίσης, δεν εξαιρούνται τα ημιτελή κτίρια και τα μη ηλεκτροδοτούμενα.
Με όλα αυτά καταλήγουμε, ότι το ενδιαφέρον του Υπουργείου, περιορίζεται στο αν οι δόσεις πληρωμής του ΕΝΦΙΑ θα πληρωθούν σε 3 ή 5 δόσεις και δεν εξετάζεται εάν κάτω από τις σημερινές δραματικές οικονομικές συνθήκες που βιώνουν οι φορολογούμενοι θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις φορολογικές και λοιπές υποχρεώσεις τους.
Οι ανεξόφλητες υποχρεώσεις προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες που έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα, μαρτυρούν την αδυναμία των φορολογούμενων, να πληρώσουν τον αυξημένο ΕΝΦΙΑ με τον παραπάνω νόμο.
*Απόφαση ρύθμισης των 100 δόσεων
Ερχόμαστε τώρα κ. Υπουργέ στο θέμα της απόφασης των 100 δόσεων, που αναγνωρίστηκε γενικά από όλους ότι ήταν μια δίκαιη απόφαση με κοινωνικό πρόσημο.
Δυστυχώς όμως, με την τροποποίηση της προς το χειρότερο, κινδυνεύει να γίνει ανενεργός για όσους έχουν ενταχθεί σε αυτήν, εφόσον δε καταβάλλουν εφάπαξ τις υποχρεώσεις τους στο συγκεκριμένο χρόνο ή δεν ενταχθούν στην πάγια ρύθμιση των 12 ή 14 ανάλογα δόσεων, μέχρι τα τέλη του μήνα.
Είναι μια ακατανόητη τροποποίηση, δεδομένου ότι η μηνιαία δόση για παλιές, νέες και τρέχουσες εισφορές, διπλασιάζονται στις περισσότερες περιπτώσεις, γεγονός στο οποίο δεν μπορεί να ανταποκριθεί ο φορολογούμενος, με τον κίνδυνο να απολέσει την ρύθμιση.
Είναι κ. Υπουργέ, πολύ σκληρό την ίδια ώρα που ζητάμε από τους δανειστές και τους θεσμούς, να μειώσουν τα χρέη της χώρας για να μπορέσει να επιβιώσει, την ίδια ώρα να στενεύουν περισσότερο τα περιθώρια καταβολής των οφειλών για τους έλληνες φορολογούμενους.
Λύση ασφαλώς υπάρχει ρυθμίζοντας τις ανεξόφλητες τρέχουσες οφειλές σε 50 και πλέον δόσεις και όχι σε 12 ή 24 δόσεις που προβλέπει η πάγια ρύθμιση.
Και μια τελευταία εισήγηση, ως γνωστό βάση της ρύθμισης που υπάρχει, αθροίζονται σε ενιαίο ποσό όλες οι οφειλές από φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ κλπ και επί του ποσού αυτού, υπολογίζεται το ποσό της κάθε δόσης.
Αυτό όμως έχει ως συνέπεια, να μην μπορεί να ρυθμίσει μονομερώς τις υποχρεώσεις του, παραδείγματος χάριν τον οφειλόμενο ΕΝΦΙΑ, με αποτέλεσμα να ζημιώνετε και ο φορολογούμενος να αδυνατεί να καταβάλλει τις μεγάλες δόσεις που του επιβάλλονται.
Η λύση που και εδώ προτείνουμε, είναι ο φορολογούμενος να μπορεί να κάνει ρύθμιση, σε όποια οφειλή μπορεί να την ξεπληρώσει. Ανάλογα δηλαδή με την φοροδοτική του ικανότητα.
Παράλληλα, δεν θα πρέπει να υπάρχει απειλή στον φορολογούμενο, ότι σε περίπτωση που απολέσει την ρύθμιση, τότε θα είναι υποχρεωμένος να εξοφλήσει την συνολική οφειλή, πριν τη ρύθμιση στην οποία περιλαμβάνεται τα πρόστιμα και λοιπά βάρη που είχαν χαριστεί με την ρύθμιση.
Τελειώνοντας κ Υπουργέ, με τις παρατηρήσεις μας αυτές να επανεξετασθούν τα φορολογικά μέτρα που επιβάλλονται με τον παραπάνω νόμο στις επιχειρήσεις και στον ελληνικό λαό και να γίνουν οι ανάλογες μεταβολές που θα βοηθήσουν και την ανάπτυξη της οικονομίας μας.
Η ανέχεια, η φτώχεια και η ανεργία που χαρακτηρίζουν την χώρα μας όλα τα μνημονιακά χρόνια, νομίζουμε ότι είναι καιρός να αντιμετωπισθούν άμεσα.
Η μεγάλη σας πείρα κ. Υπουργέ στα φορολογικά θέματα, μας δίνει την ελπίδα ότι θα κοιτάξετε κατάματα τον έλληνα φορολογούμενο και θα του δώσετε τις φορολογικές εκείνες ανάσες για να σταθεί στα πόδια του και να συνεχίσει το δημιουργικό του πρόγραμμα.