Δραματική αποδυνάμωση του ΕΣΥ κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, κατάσταση που δεν εξισορροπήθηκε στη μεταμνημονιακή φάση στη διάρκεια της πανδημίας, δείχνει μελέτη που διενήργησε το Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ) του τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ σε συνεργασία με το Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Eteron.
Η μελέτη που τιτλοφορείται «Το ΕΣΥ σε οριακό σημείο αντοχής: Μια διαχρονική αποτίμηση της απόδοσης του στον απόηχο της οικονομικής και πανδημικής κρίσης (2009-24)», καταδεικνύει σημαντική απώλεια δημόσιας χρηματοδότησης των νοσοκομείων του ΕΣΥ από την περίοδο προ της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, αξιοσημείωτες μειώσεις σε υγειονομικό προσωπικό, νοσοκομειακές κλίνες και χειρουργική δραστηριότητα, καθώς επίσης υποβάθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Σύμφωνα με την έρευνα, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα στην πρόσβαση του πληθυσμού σε υπηρεσίες υγείας και την οικονομική του προστασία σε περίπτωση ασθένειας.
Οικονομικές απώλειες
Η μελέτη τεκμηριώνει ότι κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης (2009-19) η δημόσια δαπάνη υγείας μειώθηκε κατά 43,3%, συμπαρασύροντας τη χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ σε μείωση κατά 36,3%.
Ωστόσο, στη διάρκεια της πανδημίας (2020-24), της περιόδου κατά την οποία αναδείχτηκε με τον πλέον εμφατικό τρόπο η αξία του δημόσιου συστήματος υγείας και μέσα σε συνθήκες δημοσιονομικής χαλάρωσης, το ΕΣΥ δεν ενδυναμώθηκε. Η αύξηση των δημόσιων δαπανών υγείας κατά 9,7%, συνοδεύτηκε από μείωση της χρηματοδότησης των νοσοκομείων του ΕΣΥ κατά 2,6%, με την πρόσθετη δημόσια δαπάνη να ανακατευθύνεται στον ιδιωτικό τομέα υγείας για αγορά υπηρεσιών.
Στα νοσοκομεία του ΕΣΥ το 2023 η χρηματοδότηση παρέμενε κατά 38% μικρότερη σε σχέση με τα προ-κρίσεων επίπεδα με την αθροιστική απώλεια δημόσιας χρηματοδότησης στα νοσοκομεία να αγγίζει το αστρονομικό ποσό των 37 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Νοσοκομειακές κλίνες
Την περίοδο 2009-19 το ΕΣΥ απώλεσε συνολικά 9.285 νοσοκομειακές κλίνες (κύρια μέσω του κλεισίματος ή της συγχώνευσης νοσοκομείων), δηλαδή το 23.5% της συνολικής του δυναμικότητας. Την περίοδο της πανδημίας 2020-23 το ΕΣΥ ανέκτησε μέρος της χαμένης του δυναμικότητας, παρέμενε όμως το 2023 με 5.778 λιγότερες κλίνες (μείον 15%) σε σχέση το 2009.
Το ίδιο διάστημα (2009-23) ο ιδιωτικός νοσοκομειακός τομέας συγκράτησε τη συνολική του δυναμικότητα σε κλίνες, αυξάνοντας έτσι το μερίδιο του στο συνολικό αριθμό νοσοκομειακών κλινών στη χώρα (30,2% το 2023, έναντι 27,8% το 2009).
Νοσηλείες και χειρουργεία
Υπολογίζεται ότι κατά την περίοδο της πανδημίας 2020-23 πραγματοποιήθηκαν αθροιστικά 843.097 λιγότερες νοσηλείες στα νοσοκομεία του ΕΣΥ σε σχέση με τα προ-πανδημίας επίπεδα του 2019. Το 2024 οι εισαγωγές και νοσηλείες στα νοσοκομεία του ΕΣΥ ανέκαμψαν πλήρως στα προ-πανδημίας επίπεδα (0.3% αύξηση των νοσηλειών το 2024 σε σχέση με το 2019).
Αντίστοιχα, υπολογίζεται ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις μειώθηκαν κατά 23% το 2020, 28% το 2021, 16% το 2022 και 5% το 2023 ποσοστά που αθροιστικά μεταφράζονται σε 355.797 λιγότερα χειρουργεία σε σχέση με το 2019.
Το 2024 οι επεμβάσεις στα νοσοκομεία του ΕΣΥ δεν είχαν ανακάμψει, παραμένοντας μειωμένες κατά 2% σε σχέση με το 2019 (9.440 λιγότερες επεμβάσεις) και κατά 5% σε σχέση με το 2018 (25.605 λιγότερες επεμβάσεις), αντανακλώντας τις συνεχιζόμενες ελλείψεις αναισθησιολόγων και νοσηλευτών.
Το προσωπικό
Το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Υγείας που παρατίθενται στη μελέτη, στα νοσοκομεία του ΕΣΥ εργάζονταν 84.106 εργαζόμενοι, εκ των οποίων το 25,2% ήταν ιατρικό προσωπικό, το 44,5% νοσηλευτικό προσωπικό και το υπόλοιπο 31% λοιπό προσωπικό (παραϊατρικό, διοικητικό και τεχνικό). Το 77,2% των εργαζομένων στα νοσοκομεία του ΕΣΥ είναι μόνιμοι υπάλληλοι, το 11,7% επικουρικό προσωπικό όλων των κλάδων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και το υπόλοιπο 11,1% επίσης προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ειδικευόμενοι και εξειδικευόμενοι ιατροί κατά τη διάρκεια της ειδίκευσης τους καθώς και αγροτικοί ιατροί).
Την περίοδο της πανδημικής κρίσης και αμέσως μετά από αυτή (2020-24), σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του υπουργείου Υγείας, τα νοσοκομεία του ΕΣΥ αύξησαν το προσωπικό τους κατά 9%, κύρια μέσω της πρόσληψης επικουρικού προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες ακόμη και σήμερα δεν έχουν μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο προσωπικό καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες των νοσοκομείων. Ανησυχητικό χαρακτηρίζεται το εύρημα ότι κατά την περίοδο 2020-24 το μόνιμο προσωπικό στα νοσοκομεία μειώθηκε κατά 0,5% (απώλεια 341 μόνιμων θέσεων εργασίας), το οποίο κατά τους ερευνητές καταδεικνύει ότι ο ρυθμός προσλήψεων μόνιμου προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία υπολείπεται ακόμη και του ετήσιου ρυθμού φθοράς του προσωπικού (συνταξιοδοτήσεις, παραιτήσεις, θάνατοι).
Ως αθροιστικό αποτέλεσμα των δύο περιόδων κρίσης και των πολιτικών αντιμετώπισής τους, το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετούσε το 2024 στα νοσοκομεία ήταν κατά 10% λιγότερο σε σχέση με το 2009 (απώλεια 8.840 θέσεων εργασίας).
Στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας
Αντιστοίχως το 2024, σύμφωνα με την απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ, στις δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) του ΕΣΥ (Κέντρα Υγείας Αστικού και Αγροτικού Τύπου και ΤοΜΥ) εργάζονταν 15.422 εργαζόμενοι, εκ των οποίων το 35,6% ήταν ιατρικό προσωπικό, το 34% νοσηλευτικό προσωπικό και το υπόλοιπο 30,4% παραϊατρικό, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό.
Την περίοδο της οικονομικής κρίσης 2009-19 καταγράφηκαν σημαντικές απώλειες ανθρώπινου δυναμικού στις δομές ΠΦΥ. Υπολογίζεται ενδεικτικά ότι τα Κέντρα Υγείας Αγροτικού Τύπου του ΕΣΥ έχασαν το 11% των εργαζομένων τους (απώλεια 816 θέσεων εργασίας).
Εξίσου ανησυχητικό θεωρείται και το εύρημα ότι το συνολικό προσωπικό στις δομές ΠΦΥ κατά την ίδια περίοδο 2020-24 μειώθηκε κατά 3%, κύρια λόγω της μείωσης του ιατρικού προσωπικού (μείωση 10% και απώλεια 594 θέσεων εργασίας ιατρών στα Κέντρα Υγείας Αστικού, Αγροτικού τύπου και τις ΤοΜΥ).
Κατά την περίοδο της πανδημίας 2020-23 πραγματοποιήθηκαν αθροιστικά 9.667.572 λιγότερες επισκέψεις στις δομές ΠΦΥ σε σχέση με το 2019, λόγω των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, του φόβου και των δυσκολιών μετακίνησης των ασθενών αλλά και της αποδυνάμωσης των Κέντρων Υγείας λόγω έκτακτων μετακινήσεων του προσωπικού τους στα νοσοκομεία του ΕΣΥ. Το 2024 οι επισκέψεις δεν είχαν ανακάμψει στα προ-πανδημίας επίπεδα, παραμένοντας μειωμένες κατά 17% σε σχέση με το 2019 (1.890.565 λιγότερες).
Ιατρικές ανάγκες και δαπάνες υγείας
Το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 13,6% του ελληνικού πληθυσμού ανέφερε ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες, ποσοστό υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου που ανέρχεται σε 3,8%. Το 67% των ερωτηθέντων δήλωνε ως αιτία το κόστος, το 15% τις λίστες αναμονής, το 7% την απόσταση και το 10% υπόλοιπους λόγους (όπως έλλειψη χρόνου, φόβο, πεποίθηση ότι το πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του, άλλους λόγους). Σημαντική κρίνεται και η εισοδηματική διαφοροποίηση, με το φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο να αναφέρει υπερτριπλάσιες ανικανοποίητες ανάγκες σε σχέση με το πλουσιότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο (17,5% έναντι 5.2%).
Την περίοδο της οικονομικής κρίσης 2009-16 σημειώθηκε υπερδιπλασιασμός των ανικανοποίητων ιατρικών αναγκών, με βασική αιτία το κόστος. Την περίοδο 2017-19 σημειώθηκε μια σχετική αποκλιμάκωση των ανικανοποίητων ιατρικών αναγκών, που όμως παρέμειναν σε επίπεδα σαφώς υψηλότερα σε σχέση με τα προ-οικονομικής κρίσης.
Η έναρξη της πανδημίας οδήγησε σε νέα αύξηση των ανικανοποίητων ιατρικών αναγκών, με βασική αιτία -τουλάχιστον τα δύο πρώτα έτη της πανδημίας 2020-21- τις δυσκολίες μετακίνησης και τον φόβο των ασθενών να επισκεφτούν τις υπηρεσίες υγείας. Ιδιαίτερα ανησυχητικό κρίνεται το εύρημα της διατήρησης της αύξησης των ανικανοποίητων ιατρικών αναγκών το 2023-24, με κύριες αιτίες το κόστος και τις λίστες αναμονής.
Αθροιστικό αποτέλεσμα των παραπάνω περιόδων κρίσης και των πολιτικών αντιμετώπισής τους, είναι το γεγονός ότι οι αυτοαναφερόμενες ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες το 2024 παρέμεναν κατά 90% υψηλότερες σε σχέση με το 2009.
Στην έρευνα μελετήθηκαν και οι λεγόμενες «καταστροφικές δαπάνες υγείας», που αποτυπώνουν το ποσοστό των νοικοκυριών μίας χώρας, των οποίων οι ιδιωτικές πληρωμές για υπηρεσίες υγείας (out-of-pocket payments) ξεπερνούν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος τους.
Οι καταστροφικές δαπάνες υγείας στην Ελλάδα αυξήθηκαν σημαντικά κατά την πρώτη φάση της οικονομικής κρίσης (λόγω της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και της συρρίκνωσης του ΕΣΥ και των κοινωνικοασφαλιστικών καλύψεων υγείας), μειώθηκαν οριακά κατά την δεύτερη της φάση, παρουσιάζοντας νέα σημαντική αύξηση με την εκδήλωση της πανδημίας το 2020. Το 2020 το ποσοστό των νοικοκυρών που αντιμετώπιζαν καταστροφικές δαπάνες υγείας ήταν κατά 25% υψηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό προ οικονομικής κρίσης το 2009.
Ανάγκη ανάταξης του ΕΣΥ
Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα του ΚΕΠΥ, τα ευρήματα της μελέτης υποδεικνύουν την ανάγκη επείγουσας ανάταξης του ΕΣΥ με όλους τους αναγκαίους χρηματοδοτικούς, υλικούς και ανθρώπινους πόρους. Ενδεικτικά επισημαίνεται ότι η ανάκαμψη των νοσοκομείων ακόμη και στα πλημμελή προ-2009 επίπεδα, θα σήμαινε αύξηση κατά 2 δισ. ευρώ της ετήσιας δημόσιας χρηματοδότησής τους, πρόσληψη 11.000 νέων μόνιμων υγειονομικών και την μονιμοποίηση των 9.884 επικουρικών υπαλλήλων.
Η ανάταξη αυτή, τονίζουν, πρέπει να συνοδευτεί από πολιτικές αποεμπορευματοποίησης της λειτουργίας και των παρεχόμενων υπηρεσιών του (όπως η κατάργηση όλων των πληρωμών των ασθενών κατά τη τακτική και ολοήμερη λειτουργία του ΕΣΥ), από πολιτικές αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό του και από μία ριζική μεταρρύθμιση ενιαιοποίησης, ενδυνάμωσης και πληθυσμιακού αναπροσανατολισμού των υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.