Skip to main content

Ερντογανισμός ή μετακεμαλισμός: Στις 28 Μαΐου η ώρα της αλήθειας για την Τουρκία

Άρθρο του αναπληρωτή καθηγητή διεθνών σχέσεων και ευρωπαϊκής ενοποίησης για τις εκλογές στην Τουρκία

του Σωτήρη Ντάλη*

Περισσότεροι από 60 εκατομμύρια Τούρκοι ψήφισαν χθες για να εκλέξουν τον νέο πρόεδρο της χώρας και τους συνολικά 600 βουλευτές της νέας τουρκικής εθνοσυνέλευσης, που θα κληθούν να απαντήσουν στις ανησυχίες τους για την επόμενη μέρα.

Με καταμετρημένο σχεδόν το 99 % των ψήφων, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συγκεντρώνει 49,36%, και ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου 44,99%.  Η συμμετοχή των Τούρκων στις εκλογές  κινήθηκε σε  υψηλά επίπεδα καθώς ξεπέρασε το 87%.

Έτσι, η  προεδρία θα κριθεί στις 28 Μαΐου στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών ανάμεσα στον 69χρονο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επικεφαλής του κυβερνώντος κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), ο οποίος διετέλεσε δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης την περίοδο 1994-1998, πρωθυπουργός της Τουρκίας την περίοδο 2003-2014 και πρόεδρος της χώρας από το 2014 μέχρι σήμερα και τον 74χρονο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ηγέτη του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και βουλευτή. Ο τρίτος των προεδρικών εκλογών με 5,30%, ο  55χρονος ανεξάρτητος Σινάν Ογάν (που προέρχεται από τον χώρο των εθνικιστών του MHP από το οποίο έχει όμως αποχωρήσει) θα είναι ο καθοριστικός παράγων του δεύτερου γύρου και ξεκίνησε ήδη τα παζάρια.

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν χθες παράλληλα με τις προεδρικές το κόμμα του Ερντογάν πήγε πολύ καλά κάτι που εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη νίκη του στις 28 Μαϊου. Η «Λαϊκή Συμμαχία» των  Ερντογάν και Μπαχτσελί φαίνεται πως  διατηρεί την πλειοψηφία με περισσότερες από 320 έδρες (επί συνόλου 600) στη νέα εθνοσυνέλευση.

Όλο το προηγούμενο διάστημα της προεκλογικής περιόδου το κυρίαρχο ερώτημα ήταν αν θα ανατραπεί η 20ετής ηγεμονία του Ερντογάν στο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας, αλλά και το πώς θα επιδρούσαν τελικά οι σεισμοί  του Φεβρουαρίου με τους 50 χιλιάδες νεκρούς.

Ο σεισμός που χτύπησε τη χώρα τον Φεβρουάριο, προκαλώντας  ανείπωτη καταστροφή, έμοιαζε να αποτελούσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ειρωνεία αποτελεί το γεγονός ότι ένας άλλος σεισμός, εκείνος του 1999,  βοήθησε το AKP το κόμμα του Ερντογάν να ανέλθει στην εξουσία. Η καταστροφή του 1999 αποκάλυψε την ηθική ένδεια και την ανικανότητα των παραδοσιακών κομμάτων και το κόμμα του Ερντογάν αναδείχθηκε για πρώτη φορά σε αξιόπιστη και έντιμη εναλλακτική πολιτική λύση. Σήμερα,  αυτή η αύρα αποτελεσματικότητας  έχει διαλυθεί.

Ένα άλλο κομβικό ερώτημα αφορούσε το πώς θα πήγαιναν οι Κούρδοι στις κάλπες, όταν το κουρδικό κόμμα αποφάσισε να μην έχει υποψήφιο στις προεδρικές εκλογές, αλλά ο φυλακισμένος ηγέτης τους έκανε δήλωση υπέρ του Κιλινσντάρογλου.

Πώς θα ψήφιζαν τα 3,5 εκατομμύρια  των Τούρκων του εξωτερικού;

Θα υπήρχε δεύτερος γύρος στις προεδρικές εκλογές; Τα ερωτήματα αυτά κυριαρχούσαν στο προηγούμενο διάστημα και οι δημοσκοπήσεις έδιναν σταθερά προβάδισμα στον ηγέτη της αντιπολίτευσης Κιλιτσντάρογλου αλλά έπεσαν πολύ έξω από το τελικό αποτέλεσμα.

Όσο πλησιάζαμε στο τέλος της προεκλογικής περιόδου έμπαινε στη συζήτηση και το ερώτημα αν θα υπάρξει αλλαγή πολιτικού σκηνικού σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας.

Όμως, τι θα σήμαινε για τη σχέση της Τουρκίας με τη Δύση η επανεκλογή του  Ερντογάν και τι η εκλογή Κιλιτσντάρογλου; Νίκη της συμμαχίας της αντιπολίτευσης και εφαρμογή του προγράμματος που έχει ανακοινώσει είναι πιθανόν να οδηγήσει σε βελτίωση των σχέσεων με τη  Δύση. Επανεκλογή Ερντογάν θα σημαίνει πως οι επιλογές του επικροτούνται και δύσκολα θα αλλάξουν εκτός από εκείνες που ο Τούρκος πρόεδρος θα θελήσει να διορθώσει, όπως έκανε στις σχέσεις με το Ισραήλ και επιχειρεί να κάνει και με τη Συρία.

Στις 28 Μαΐου θα μάθουμε αν η φθορά που υπέστη τα τελευταία χρόνια ο Τούρκος πρόεδρος ήταν αρκετή για να του στερήσει τη νίκη και αν η Τουρκία θα περάσει στην εποχή του μετακεμαλισμού μετά από 20 χρόνια ερντογανικής κυριαρχίας και μεγάλων αλλαγών στη λειτουργία του κεμαλικού κράτους, το οποίο φέτος συμπλήρωσε 100 χρόνια από την ίδρυσή του.

Μία Δημοκρατία σε υπαρξιακό κενό     

Από τις πρώτες μέρες της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923, ο Κεμάλ Ατατούρκ, αρχίζει να προσανατολίζει όλο το τουρκικό έθνος  προς τη Δύση. Όμως, η νέα Τουρκική Δημοκρατία μεγαλώνει  μέσα σ’ ένα υπαρξιακό κενό: υπεροχή από τη μια  πλευρά και μειονεξία από την άλλη.

Η Τουρκία είναι μια γέφυρα Ανατολής-Δύσης, αλλά τίποτε από τα δυο. Εδώ δημιουργείται το υπαρξιακό κενό. Αυτό το αέναο «σπρώξιμο» προς την Ευρώπη και τη Δύση και το «τράβηγμα» προς την Ανατολή γενικότερα, έχει τεράστια επίδραση στην τουρκική ψυχολογία. Η τουρκική κοινωνία ζει καθημερινά με αυτό το κενό. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήρθε στην εξουσία με το επιχείρημα πως θα επούλωνε τις κάθετες ρωγμές  που δημιούργησε στον κοινωνικό ιστό, η απόφαση της πρώτης Τουρκικής Δημοκρατίας να προσανατολίσει εν μια νυκτί όλο το έθνος προς τη Δύση. Παράλληλα η παραφροσύνη που φώλιαζε στα δεκάδες στρατιωτικά πραξικοπήματα, δοκίμασε και συνεχίζει να δοκιμάζει την εδραίωση της Δημοκρατίας. Η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει και σήμερα την Τουρκία έχει τις ρίζες της εκεί. 

Οι δύσκολες ευρωτουρκικές σχέσεις

Οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρώπη σε μια πιο ευρύτερη διάσταση βρίσκονται  στο επίκεντρο της τουρκικής ιστορίας στους τελευταίους αιώνες. Από τη μίμηση δυτικών μεθόδων στην οθωμανική εποχή, η Τουρκία πέρασε στην αποδοχή ενός δυτικού θεσμικού πλαισίου στα χρόνια του Ατατούρκ, για να φτάσει στην προοδευτική, αλλά μερική ακόμη υιοθέτηση του δυτικού τρόπου ζωής. Όμως οι ρίζες της Ασίας είναι βαθιές, γι’ αυτό και η Τουρκία εξακολουθεί να αναζητεί την ταυτότητά της ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη, υποστήριζε ο κορυφαίος Έλληνας διπλωμάτης Βύρων Θεοδωρόπουλος.

Το 2023, το σύγχρονο κράτος που συγκρότησε ο Κεμάλ Ατατούρκ μέσα από τα συντρίμμια  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμπλήρωσε 100 χρόνια ζωής.

Δυο δεκαετίες πιο πίσω, τον Μάιο του 2004, ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν, καλεσμένος του κολεγίου St John’s της Οξφόρδης, εκφωνούσε μια ομιλία με τίτλο «Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται την Τουρκία». Ο Ερντογάν περήφανος και με βεβαιότητα υποσχόταν  ότι θα έκανε τις ευρωπαϊκές αξίες, «αξίες της Άγκυρας». Εξηγούσε στο ακροατήριό  του, ότι η Ευρώπη δεν ήταν μια μετασχηματιστική ένωση στην οποία η Τουρκία άξιζε να αποκτήσει θέση. Αλλά δεν έκρυψε και τα προβλήματα στις σχέσεις της χώρας του με τις Βρυξέλλες.

Έστελνε ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, πως η Τουρκία  θα προσπαθούσε να προχωρήσει σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, βελτιώνοντας την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επιτυγχάνοντας οικονομική ανάπτυξη.4   

Ο Ερντογάν κατάφερε να πείσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε λιγότερο από έναν χρόνο, στις 3 Οκτωβρίου 2005, ξεκινούσαν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Θα ήταν στη συνέχεια  ένα δύσκολο ταξίδι για την Τουρκία  που είχε ξεκινήσει το 1963 με την υπογραφή στην Άγκυρα της Συμφωνίας Σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ).

Οι προκλήσεις σήμερα

Μια  από τις κομβικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι και η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων. Μια «δύσκολη» Τουρκία, λόγω της κατάστασης στο εσωτερικό της μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016, με πολλά και ανοικτά μέτωπα (Συρία, Κουρδικό)  σε μια περίπλοκη διεθνή συγκυρία, είδε  το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αναστολή των διαπραγματεύσεων Τουρκίας -ΕΕ λόγω των υπερβολικών μέτρων καταστολής που λαμβάνει συνεχώς η Άγκυρα μετά το 2016.

Μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να είναι ο καταλύτης για καθοριστικές αλλαγές στην Τουρκία. Όμως, η Τουρκία, όπως και όλες οι υποψήφιες χώρες, πρέπει να αποδείξει έμπρακτα ότι είναι έτοιμη να ασπαστεί τις αρχές και τις αξίες στις οποίες στηρίζεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να υιοθετήσει πλήρως το κοινοτικό κεκτημένο. Έχει μπροστά της έναν μακρύ και δύσβατο δρόμο προκειμένου να συναντήσει το κοινό Ευρωπαϊκό Σπίτι.

Η Τουρκία του Ερντογάν εξελίχθηκε  σε κορυφαίο πρόβλημα μιας Ευρώπης που επιθυμεί να έχει και γεωπολιτικό ρόλο.

Όχι μόνο αποφεύγει να σεβαστεί τους όρους και τις προϋποθέσεις προκειμένου να ενεργοποιηθεί η «θετική ατζέντα» στις ευρωτουρκικές σχέσεις, αλλά  υπονομεύει και  τη βελτίωση του κλίματος με πράξεις όπως η αποχώρησή της από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για τη βία κατά των γυναικών.  

Η πολιτική συμπεριφορά του Ερντογάν στηρίζεται τα τελευταία χρόνια στην προσβολή που είναι το άσφαιρο όπλο των καιροσκόπων γιατί οι προσβολές και η χυδαιότητα δεν αποτελούν διπλωματικά επιχειρήματα.

Οι Βρυξέλλες έβλεπαν  έναν Ερντογάν πολιτικά και οικονομικά εξασθενημένο με προσβλητικές και επιθετικές ενέργειες  που έχουν στόχο να αποσπάσουν την προσοχή  από το γεγονός ότι η χώρα παρακμάζει  οικονομικά εξαιτίας της πολιτικής του. Η τουρκική οικονομία έχει ανάγκη μια εκσυγχρονισμένη τελωνειακή ένωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση  και ο Ερντογάν  φάνηκε να επιλέγει τη συντήρηση μιας παρατεταμένης κρίσης με την Ευρώπη.   Δείχνει  να μην βλέπει την τουρκική οικονομία που κλονίζεται και την τουρκική λίρα που πέφτει από ναδίρ σε ναδίρ και τη δημοτικότητά του να κατρακυλάει.

Θα μπορούσε άραγε η Ευρωπαϊκή Ένωση να χαράξει σήμερα μια νέα στρατηγική απέναντι στην Τουρκία πέρα από τη στενή τιμωρητική προσέγγιση και να πάμε σε μια πολιτική πρόσδεσης  και τελικά ενσωμάτωσης της Τουρκίας στην Ευρώπη με αυτονόητες προϋποθέσεις για τον εκδημοκρατισμό/εξευρωπαϊσμό της και παράλληλα  επίλυσης των διακρατικών προβλημάτων στις εξωτερικές σχέσεις;

Θα μπορούσε ο εκσυγχρονισμός της τελωνειακής ένωσης (κύρια παράμετρος της Συμφωνίας της Άγκυρας), η συμμετοχή της Τουρκίας  στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα (σχέδιο Μακρόν-Σολτς) και η διεύρυνση του διαλόγου ΕΕ-Τουρκίας σε τομεακές πολιτικές να λειτουργήσουν ως ένα νέο πλαίσιο για τη διαμόρφωση στρατηγικής της ΕΕ για την Τουρκία;

Ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών στις 28 Μαΐου ίσως αναδείξει νικητή έναν διαφορετικό Ερντογάν που θα θελήσει να διορθώσει λανθασμένες επιλογές που έκανε ο προηγούμενος Ερντογάν.

Αν  επικρατήσει ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίδια δομικά προβλήματα που πλήττουν τη χώρα εδώ και χρόνια.

Με ή χωρίς τον αυταρχικό ηγέτη της η Τουρκία θα είναι στις 29 Μαΐου βαθιά προβληματική και διχασμένη χώρα.

Ο Σωτήρης Ντάλης είναι αναπληρωτής καθηγητής διεθνών σχέσεων και ευρωπαϊκής ενοποίησης, πρόεδρος Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου