Από το ροδάκινο... στη φεϊζόα. Την ώρα που οι παραγωγοί πυρηνόκαρπων στον μακεδονικό κάμπο διανύουν περίοδο μεγάλης πίεσης λόγω διαφόρων καταστάσεων όπως ακραία καιρικά φαινόμενα, παραμόρφωση καρπών, αλλά και ζήτημα με τις τιμές που πωλούν τη σοδειά τους, ένα τροπικό φυτό δείχνει πως μπορεί να σώσει την παρτίδα.
Ο λόγος για τη φεϊζόα, που μπορεί να κατάγεται από τη Νότια Αμερική, ωστόσο οι φυτεύσεις του σε ευρωπαϊκά εδάφη δείχνουν να είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρες.
Μάλιστα τα νέα έφτασαν και στη Βόρεια Ελλάδα, όπου το ενδιαφέρον δενδροκαλλιεργητών να προχωρήσουν στη συγκεκριμένη καλλιέργεια είναι αρκετά υψηλό.
«Λόγω των πολλών προβλημάτων στις παραδοσιακές καλλιέργειες έχει εκδηλωθεί σημαντικό ενδιαφέρον των παραγωγών για την φεϊζόα», αναφέρει στη Voria.gr η Τερέζα Τζατζάνη, υπεύθυνη ερευνήτρια του Εργαστηρίου Υποτροπικών Φυτών του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ στα Χανιά της Κρήτης.
Όπως λέει μάλιστα το επόμενο διάστημα λόγω ακριβώς αυτού του ενδιαφέροντος πρόκειται να πραγματοποιηθεί ενημερωτική ημερίδα στη Θεσσαλονίκη για τους παραγωγούς που θα ήθελαν να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο φυτό, το οποίο έχει εξαιρετική ποιότητα σε ιώδιο, τόσο ο καρπός, όσο και τα φύλλα του.
Ο Γιώργος Ουζουνίδης, καλλιεργητής ροδάκινων από το Άνω Ζερβοχώρι Ημαθίας, πριν από 13 χρόνια επιχείρησε τη φύτευση φεϊζόα στα χωράφια του και όπως αποδείχθηκε ήταν μια αποδοτική καλλιέργεια που δίνει χρόνο με τον χρόνο υψηλή παραγωγή.
Ο Γιώργος Ουζουνίδης με καρπούς φεϊζόα
«Μέσω ενός φίλου από το Σοχούμι του Εύξεινου Πόντου πήρα κάποια φυτά και πλέον είναι μια εξαιρετικά αποδοτική καλλιέργεια», λέει στη Voria.gr ο κ. Ουζουνίδης.
Σήμερα από τα 2,5 στρέμματα καλλιέργειας και τα 120 δέντρα του έχει απόδοση πάνω από 1 τόνο ανά στρέμμα, χωρίς να έχει αντιμετωπίσει πρόβλημα με παγετούς, καύσωνες ή ασθένειες.
«Αν και αγαπάει το νερό είναι εξαιρετικά ανθεκτικό στην ξηρασία», λέει χαρακτηριστικά.
Μάλιστα αρκετοί είναι οι αγρότες που του τηλεφωνούν και του ζητούν φυτά για να τα καλλιεργήσουν οι ίδιοι.
Η υψηλή του περιεκτικότητα σε ιώδιο, τόσο στον καρπό όσο και στα φύλλα που μπορούν να γίνουν ρόφημα, υπόσχονται υψηλή εμπορική αξία.
Η παγίδα των υποτροπικών
Η γεννημένη και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη ερευνήτρια υποτροπικών φυτών του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ Τερέζα Τζατζάνη, βρέθηκε στα Χανιά έπειτα από το διδακτορικό στα επίσης υποτροπικά εσπεριδοειδή υπό την εποπτεία του κορυφαίου καθηγητή Δενδροκαλλιέργειας του Γεωπονικού τμήματος του ΑΠΘ Γιάννη Θεριού και της καθηγήτριας Κορτέσσας Θεριού. Πλέον αποτελεί μια από τις κορυφαίες ερευνήτριες στα υποτροπικά φυτά, που γνωρίζουν ιδιαίτερη άνθηση στα νότια της χώρας.
Όπως λέει στη Voria.gr, «τα υποτροπικά φυτά μπορεί να είναι πολλά υποσχόμενες καλλιέργειες, ωστόσο για να φτάσουμε εκεί πρέπει να υπάρξει μελέτη και δοκιμαστική φύτευση ώστε να διαπιστώνεται τι προβλήματα αντιμετωπίζει ένα υποτροπικό φυτό, αφού στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν καλλιέργειες που δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, όπως το γκότζι μπέρι και η αλόη».
Η Ελλάδα βρίσκεται στο όριο της ζώνης όπου καλλιεργούνται υποτροπικά φυτά. Συνηθίζεται να αναφέρονται ως υποτροπικά και άλλα φυτά που καλλιεργούνται με επιτυχία στην Ελλάδα αλλά δεν είναι αμιγώς τέτοια, όπως το φραγκόσυκο και η χαρουπιά.
Καθώς τα υποτροπικά και εξωτικά φρούτα έχουν πολύ καλές τιμές στην αγορά, γνωρίζουν μια άνθηση στον νότο της χώρας, με το κόστος της καλλιέργειας να είναι το μεγαλύτερο ρίσκο για τον αγρότη.
Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Τζατζάνη, κάθε τέτοιο φυτό έχει διαφορετικές απαιτήσεις ανάλογα με την περιοχή όπου θα καλλιεργηθεί.
Η ερευνήτρια υποτροπικών φυτών του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ Τερέζα Τζατζάνη
Στην Κρήτη για περίπου 35 με 40 χρόνια καλλιεργούνται υποτροπικά φυτά και δεν θεωρούνται νέες καλλιέργειες αλλά εναλλακτικές.
Το Ινστιτούτο του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ στα Χανιά μελετά την ανάπτυξη φυτών όπως το πεκάν, η χαρουπιά, η ανόνα τσεριμόγια, το φραγκόσυκο, η φεϊζόα, το λίτσι, η μακαντάμια, η γκουάβα, το μάνγκο και το αβοκάντο.
Λίγο βορειότερα, στην Πελοπόννησο έχουν γίνει φυτεύσεις με χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα και συγκεκριμένα σε Λακωνία, Καλαμάτα και την Τριφυλία Μεσσηνίας, σε χωράφια που ήταν κατάλληλα όσον αφορά το νερό, το έδαφος και τις κλιματολογικές συνθήκες και συγκεκριμένα μάνγκο, αβοκάντο, λίτσι, ανόνα τσεριμόγια και μακαντάμια.
Μάλιστα σε συνεργασία με τους κατά τόπους φορείς γίνεται έρευνα και για άλλους καρπούς που μπορούν να καλλιεργηθούν, ενώ επεκτείνονται οι υπάρχουσες καλλιέργειες του αβοκάντο.
Όπως εξηγεί η κ. Τζατζάνη, «οι παραδοσιακές καλλιέργειες έχουν δοκιμαστεί αρκετά τα τελευταία χρόνια από τις ραγδαίες εναλλαγές του καιρού. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει μοντέλο σταθεροποίησης χωρίς επαναλαμβανόμενα φαινόμενα».
Μάλιστα αναφέρει ότι «οι υποτροπικές καλλιέργειες μπορούν να ανταπεξέλθουν σε τέτοιες συνθήκες, αφού μπορεί για συμβατικές καλλιέργειες να έχουν ζητήματα με τη ζέστη, ωστόσο δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα με καρπούς όπως είναι τα μάνγκο».