Σταθερή αύξηση του πελατολογίου μέσω της συνέπειας στα τιμολόγια και της επένδυσης στην εξυπηρέτηση των καταναλωτών πετυχαίνει τα τελευταία χρόνια η «Φυσικό Αέριο Ελληνική Εταιρεία Ενέργειας», η οποία τον Σεπτέμβριο βγαίνει και πάλι μπροστά από τον ανταγωνισμό με τη χαμηλότερη τιμή της αγοράς στο κίτρινο τιμολόγιο. Όπως ανέφερε ο Γενικός Διευθυντής της Φυσικό Αέριο Γιάννης Μητρόπουλος στη διάρκεια συνάντησης με δημοσιογράφους στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της συμμετοχής της εταιρείας στην 88η ΔΕΘ, η επιχείρηση πρόσφερε τη χαμηλότερη τιμή κατά μέσο όρο στο ρεύμα το 2023.
«Συνεχίζουμε στον ίδιο δρόμο και το 2024, αν και είναι μία ακόμη πιο δύσκολη χρονιά, με χαμηλότερες τιμές κατά μέσο όρο από όλους τους εναλλακτικούς παρόχους. Η εταιρεία έδωσε τη χαμηλότερη τιμή της αγοράς στο ρεύμα για τον Ιούλιο (0,077€/kWh) και τον Σεπτέμβριο (0.072€/kWh)», υπογράμμισε ο κ.Μητρόπουλος. Ο ίδιος σημείωσε ότι από την επόμενη εβδομάδα αναμένεται πτώση του ενεργειακού φορτίου και αποκλιμάκωση στη χονδρική τιμή ρεύματος μετά από τις υψηλές τιμές που επικράτησαν το καλοκαίρι, κάτι που θα ανακουφίσει τους καταναλωτές.
Ο κ. Μητρόπουλος τόνισε ότι η Φυσικό Αέριο και με την υποστήριξη της Μετόχου της, ΔΕΠΑ Εμπορίας, το 2023 αύξησε την πελατειακή της βάση κατά 34.722 συνδέσεις συνολικά σε ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο, ξεπερνώντας όλο τον ανταγωνισμό. Συνολικά, τη Φυσικό Αέριο εμπιστεύονται περισσότερα από 700.000 νοικοκυριά σε όλη την Ελλάδα.
Στο ηλεκτρικό ρεύμα το μερίδιο της εταιρείας ανέρχεται σήμερα σε 3,37%, ενώ στο φυσικό αέριο είναι πρώτη πανελλαδικά κατέχοντας το 29% της αγοράς. Στην Αττική είναι ηγέτιδα δύναμη στο φυσικό αέριο με μερίδιο 70% και συνεχώς ανεβάζει το πελατολόγιο της.
Σύμφωνα με τον κ.Μητρόπουλο, στις περιοχές της πρώην ΕΔΑ ΘΕΣΣ η Φυσικό Αέριο είναι δεύτερη σε συμβόλαια με περίπου 30.000 πελάτες και μερίδιο 6,5%, ενώ κάθε χρόνο κερδίζει έδαφος.
«Το φυσικό αέριο παραμένει η πιο ανταγωνιστική επιλογή για τους καταναλωτές στη θέρμανση και έχοντας δοκιμαστεί στις χειρότερες συνθήκες με τα ποσοστά εξοικονόμησης να αγγίζουν το 50% για τους οικιακούς καταναλωτές και το 64% για τις επιχειρήσεις«, σημείωσε ο κ. Μητρόπουλος.