«Κατέβα ουρανέ στη γη
τα σκοτεινά μας βάραθρα να φέξεις
να γίνει η αβάσταχτη σιωπή
κραυγή, λυγμός και λέξεις».
Η «Νέκυια» του κορυφαίου δημιουργού της ελληνικής ροκ σκηνής, Γιάννη Αγγελάκα, και του χορογράφου-αποκάλυψη στην Ευρώπη, Χρήστου Παπαδόπουλου, ξεκινά κατανυκτικά, υποβλητικά, μυστικιστικά σαν μια τελετουργική εμπειρία θέασης και ακρόασης της εμβληματικής ραψωδίας «λ» του ομηρικού έπους, της Οδύσσειας.
Έκανε πρεμιέρα στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, έγινε sold out, εκδόθηκε σε βιβλίο, ταξίδεψε στο Άμστερνταμ και έρχεται στη Θεσσαλονίκη, με πλήκτρα, φωνές και μουσικό πριόνι, από τις 14 ως τις 16 Φεβρουαρίου 2025.
Ο Γιάννης Αγγελάκας επιστρέφει στη γενέθλια πόλη και δεν κρύβει τη χαρά και την ανυπομονησία του. Μιλάει στη Voria για τη «Νέκυια», τον Όμηρο, τη Θεσσαλονίκη και τη μουσική της σκηνή και περιμένει το κοινό στο Μέγαρο Μουσικής για να μοιραστεί την έμπνευση μιας παράστασης που δεν είναι μουσική, δεν είναι θεατρική, δεν είναι χορευτική και ταυτόχρονα είναι όλα αυτά μαζί. Ένα ξεχωριστό ταξίδι ανάμεσα στο φως και τις σκιές, με συνοδοιπόρους τη μουσική σύνθεση του Αγγελάκα και τις εικόνες που δημιουργεί ο Παπαδόπουλος. Την αφήγηση από σκηνής αναλαμβάνουν η Όλια Λαζαρίδου και ο ίδιος ο Γιάννης Αγγελάκας. Μαζί με δύο μουσικούς, τέσσερις γυναικείες φωνές και τον ηχητικό σχεδιασμό του Coti Κ., μας οδηγούν στην άβυσσο της ανθρωπότητας, του εαυτού μας και τελικά της ζωής.

Μια surround ηχοτροπική κατάσταση δημιουργείται επί σκηνής για την κάθοδο στον Άδη του Οδυσσέα, ο οποίος, ακολουθώντας τις συμβουλές της Κίρκης, φεύγει με τους συντρόφους του προς τον Κάτω Κόσμο, ώστε να πάρει τον χρησμό από τον μάντη Τειρεσία για να επιστρέψει στην Ιθάκη.
Γιατί Όμηρο και γιατί η «Νέκυια», είναι το ερώτημα που όλοι θέλουν να θέσουν στον Γιάννη Αγγελάκα. «Ο Όμηρος είναι ο απόλυτος λογοτέχνης όλων των αιώνων, αρχέγονος και σύγχρονος με κάθε εποχή της ανθρωπότητας και πάντα αξεπέραστα πρωτοποριακός. Όλος ο δυτικός πολιτισμός είναι στοιχειωμένος από το έργο του και δεν χωράει στο μυαλό μου πώς έγινε και εμφανίστηκε ένας τέτοιος άνθρωπος και ένα τέτοιο επίτευγμα στις απαρχές της ελληνικής και γενικότερα της δυτικής λογοτεχνίας», απαντά στη Voria, ο Γιάννης Αγγελάκας και συνεχίζει: «Μου φαίνεται εξ ίσου ασύλληπτο με το να έλεγαν οι πρώτοι άνθρωποι στις σπηλιές: “Α! Ωραία μάθαμε ν’ ανάβουμε φωτιά τρίβοντας τις πέτρες, ας φτιάξουμε τώρα έναν κβαντικό υπολογιστή”. Με τέτοιες σκέψεις να τριγυρνάνε στο μυαλό μου, όταν η Όλια (σ.σ. Λαζαρίδου) μου πρότεινε να κάνουμε μουσική παράσταση τη “Νέκυια”, δέχτηκα μαγεμένος την πρόκληση και μπήκα. Μπήκα για λίγο βέβαια και βγήκα γιατί σκέφτηκα πως όλο αυτό που ονειρεύτηκα ήταν πανάκριβο και εμπορικά επικίνδυνο. Ως που μια μέρα μετά από δέκα χρόνια βρέθηκε η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση να αναλάβει το κόστος και τον κίνδυνο».
Κι ήταν τότε, πριν μια δεκαετία που διάβασε τα ομηρικά έπη σε μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη και μαγεύτηκε «συνειδητοποιώντας πόσο πρωτοποριακά, πόσο μπροστά ακόμα κι από την εποχή μας είναι αυτά τα υπεράνθρωπα κείμενα. Θα μου πείτε, μετά τα 45 μου ανακάλυψα την Αμερική; Τι να κάνω; Η εμπειρία μου από το σχολείο και την “ελληνική” εκπαίδευση με είχαν απομακρύνει, όπως τους περισσότερους από μας, από το χρυσάφι τους. Ακόμα και σήμερα δεν χωράει στο μυαλό μου το πώς γίνεται αυτά τα πρώτα καταγεγραμμένα λογοτεχνήματα της αρχαιότητάς μας να φαντάζουν αξεπέραστα και να έχουν στοιχειώσει για τα καλά τον δυτικό πολιτισμό και την παγκόσμια τέχνη (λογοτεχνία, κινηματογράφο κ.ά.)».

Ποιο στοιχείο επικαιρότητας βρίσκει κανείς στη «Νέκυια»; Και πόσο μπορεί αυτό να επικοινωνηθεί στο νεανικά κοινό, το οποίο μελετά τον Όμηρο, αναγκαστικά, λόγω των σχολικών υποχρεώσεων;
«Η ζωή, ο Θάνατος, ο έρωτας, η εξουσία, η χαρά, ο πόνος, η προδοσία, η ύβρις, η τιμωρία είναι αιωνίως επίκαιρα ερωτήματα και ταυτίζονται με την ύπαρξη του ανθρώπου και τη σκέψη του. Διάβασα πραγματικά τον Όμηρο στα 45 μου προσπαθώντας να ξεπεράσω τις δυσκολίες των μεταφράσεων, ενεργοποιώντας μέσα μου ένα είδος δημιουργικής ανάγνωσης. Δουλειά του σχολείου είναι να μας κρατά πνευματικά νωθρούς, να μας απομακρύνει από τις πηγές της ζωής, της σκέψης, της ευθύνης και της δημιουργικής χαράς», επισημαίνει ο Αγγελάκας στη Voria.
Κι εν τέλει συμμερίζεται πως αν και μιλά για τον θάνατο, η ραψωδία «λ», η γνωστή μας «Νέκυια», είναι ένας ύμνος στη ζωή, γιατί όπως μας λέει «όλα είναι ύμνος στη ζωή, ακόμα και ο θάνατος. Και η βλακεία μας, και η κακία μας, ύμνοι στη ζωή είναι, αλλά απ’ την ανάποδη».
Μετά τα απανωτά sold out στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, η «Νέκυια» παρουσιάζεται στα μέσα Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης κι αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημειολογία για τον Γιάννη Αγγελάκα. «Δυο πράγματα ονειρευόμουν να ανέβουν στη Θεσσαλονίκη, η συναυλία της Ηλεκτρικής Καρέκλας που λόγω προβλήματος με την ακοή μου δεν έγινε και η “Νέκυια” που τώρα με το μετρό και τον κόσμο να περιφέρεται στα υπόγεια τούνελ της πόλης μας, γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη», αναφέρει.
Ο τραγουδοποιός, ο μουσικός, ο ποιητής
Ο Γιάννης Αγγελάκας είναι τραγουδοποιός, τραγουδιστής, μουσικός και ποιητής. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό ως ο τραγουδιστής του ροκ συγκροτήματος Τρύπες, με το οποίο έδωσαν πλήθος συναυλιών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ κυκλοφόρησαν και επτά δίσκους με μεγάλη απήχηση. Από το 2001, μετά τη διάλυση του σχήματος, ακολουθεί τη δική του διαδρομή. Πάντα με διάθεση για ψάξιμο και πειραματισμό, προχωρά σε διάφορες συνεργασίες και δισκογραφικές δουλειές, γράφοντας, μεταξύ άλλων, μουσική για κινηματογραφικές ταινίες και ντοκιμαντέρ. Στον κινηματογράφο συμμετέχει με έναν μικρό ρόλο στην ταινία «Χώμα και Νερό», σε σκηνοθεσία Πάνου Καρκανεβάτου, ενώ στην ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, «Ο χαμένος τα παίρνει όλα», εκτός από τη μουσική, αναλαμβάνει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Παράλληλα έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι» (1988) και «Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε;» (1999), οι οποίες συνοδεύονται από δικά του σκίτσα. Το 2000 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Για την καρδιά ενός κτήνους (1985-2000)», που περιέχει όλους τους στίχους του, καθώς και συνεντεύξεις. Το 2019 ακολουθεί το «Ο μεγάλος μαθητής και ο μικρός δάσκαλος», ενώ το τελευταίο του βιβλίο, είναι «Ο τίγρης, το κοράκι κι ο Θεός» (2023).
Για τον ίδιο ωστόσο αυτή είναι μια φυσική εξέλιξη, αφού «όλα είναι ρυθμός». «Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι περνάω από ένα είδος τέχνης σε ένα άλλο. Όλα είναι ρυθμός. Ξεκινάει να βαράει το τύμπανο κι εγώ χορεύω. Άλλοτε χορεύω γράφοντας μουσική, άλλοτε χορεύω γράφοντας λέξεις, άλλοτε χορεύω χορεύοντας ή οτιδήποτε άλλο...ο καπιταλισμός με κρατάει σε φόρμα», δηλώνει στη Voria.
Το κοινό πάντως τον γνώρισε και τον αγάπησε ως τραγουδοποιό και μάλιστα της ροκ σκηνής. Κι αβίαστα έρχεται το ερώτημα αν σήμερα η Θεσσαλονίκη, έχει ροκ σκηνή. Δεν το σκέφτεται καθόλου, δεν θέλει χρόνο για να απαντήσει. Είναι έτοιμος. «Οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης πάντα γεννούσαν μουσικές. Στις δεκαετίες του ́80 και του ́90 γεννούσαν το ροκ, τις Τρύπες, τα Σπαθιά...σήμερα γεννάνε την ραπ με τον Λεξ να μεγαλουργεί!»

Ο Γιάννης Αγγελάκας στο Μέγαρο Μουσικής
Η «Νέκυια» έρχεται στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης την Παρασκευή 14 και το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου στις 20.00 και την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου στις 18.00.
Η Όλια Λαζαρίδου, που αφηγείται στη σκηνή τη «Νέκυια», μαζί με τον Γιάννη Αγγελάκα, σχολιάζει: «Μια βόλτα στον Άδη –που είναι η Νέκυια– και μάλιστα με την προοπτική της ανόδου ξανά στο φως, είναι μια πολύ ελκυστική προοπτική. Πόσο μάλλον όταν βρίσκεσαι στο πλάι ενός σύγχρονου ραψωδού των καιρών μας, όπως είναι ο Γιάννης Αγγελάκας. Χαίρομαι που, παρά τη μακρά μου πορεία στο θέατρο, υπάρχουν ακόμα πράγματα να μαθαίνω». Μια μουσική κατάβαση σε ένα παράλληλο σύμπαν. Μια μουσική και αισθητική εμπειρία, η οποία μας ωθεί να αντιληφθούμε πόσο ιερός και σημαντικός είναι ο χρόνος που μας έχει δοθεί σε αυτή τη ζωή.
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Ψυχουντάκης
Σύλληψη, Σύνθεση Μουσικής, Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Γιάννης Αγγελάκας
Σκηνοθεσία: Χρήστος Παπαδόπουλος
Ελεύθερη Διασκευή & Πρωτότυποι Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας, Θεοδώρα
Καπράλου
Ενορχήστρωση: Γιάννης Αγγελάκας, Ηλίας Μπαγλάνης
Σχεδιασμός Ήχου & Πρόσθετη Μουσική: Coti K.
Δραματουργική Επιμέλεια: Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Βοηθός Φωτιστή: Μαριέττα Παυλάκη
Επιμέλεια Κοστουμιών: Ελευθερία Αράπογλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ειρήνη Μπούνταλη
Βοηθός Σκηνογράφου: Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη
Αφήγηση: Όλια Λαζαρίδου & Γιάννης Αγγελάκας
Μουσικοί: Hλίας Μπαγλάνης (Πλήκτρα Πρόσθετη Μουσική), Νίκος Γιούσεφ(μουσικό πριόνι), Δημήτρης Σαλεπάκης (προηχογραφημένο modular synthesizer)
Φωνητικά: Γιώτα Κολιούση, Ειρήνη Κολιούση, Νεφέλη Μπραβάκη, Μυρτώ Σταυρακίδου-Ζάχου
Performers Φωτιστικής Εγκατάστασης: Παγώνα Μπουλμπασάκου, ΑμαλίαΚοσμά, Θέμις-Αριάδνη Ανδρεουλάκη, Ειρήνη Μπούνταλη.
