Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Όπως ακριβώς συνέβαινε παραμονές των εθνικών εκλογών του 2015, έτσι και τώρα, οι ξένοι επενδυτικοί οίκοι και οι τραπεζικοί αναλυτές, ο ένας μετά τον άλλον, τάσσονται υπέρ των πρόωρων εκλογών στην Ελλάδα, για να γίνει το απαραίτητο restart.
Ως γνωστόν, ο τελευταίος κρίκος στη σχετική αλυσίδα (αλλά όχι και ο μοναδικός), ήταν αυτός της Citigroup, η οποία χαρακτήρισε με έκθεση της ως θετική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία τη διεξαγωγή γενικών εκλογών το 2019, καθώς είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε κυβέρνηση φιλική προς τις επενδύσεις και τις αγορές, τη στιγμή που οι προοπτικές της Ελλάδας θα παραμείνουν εξαρτημένες από την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών. Και γι αυτό είναι κρίσιμη η εκτίμηση τους για τις εθνικές εκλογές, από τη στιγμή που λειτουργούν ως σημείο καμπής.
Όπως σημείο καμπής, για την ελληνική οικονομία θα είναι η φετινή χρονιά, καθώς το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να κινηθεί στο 2,2%, σύμφωνα πάντα με την Citi,, που είναι ο ταχύτερος ρυθμός από το 2007. Ωστόσο το επίπεδό του παραμένει περίπου 25% χαμηλότερα από την κορυφή του 2007. Κανείς όμως δεν έχει την απαίτηση αυτό το κενό να καλυφθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Κι αυτό γιατί πολλές διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν «ζωντανές». Για παράδειγμα, παρά τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και μια τεράστια εσωτερική υποτίμηση που έγινε την τελευταία δεκαετία, η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών βελτιώθηκε λιγότερο από ό,τι σε άλλες χώρες της Ε.Ε.
Κι όλα αυτά, ενώ η ανάπτυξη του 2,2% εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές (κυρίως από τον τουρισμό) και τις επενδύσεις. Όμως, δεν είναι αρκετές για να κάνουν το μεγάλο boost που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία.