Στην οδό του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου, στα Ιεροσόλυμα, ένας ψηλός ιερέας περπατάει με γρήγορα βήματα για να φτάσει στο κελί του. Λίγη ώρα νωρίτερα είχε ολοκληρωθεί η επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και η συνάντησή του με τον Ισραηλινό ομόλογό του. Ωστόσο η πρωθυπουργική αποστολή δεν πέρασε καθόλου τις πύλες της παλιάς πόλης, ούτε υπήρχε κανένας σχεδιασμός συνάντησης με τον Πατριάρχη Θεόφιλο. «Δεν ήρθε ούτε να μας δει. Να του πούμε αυτά που βιώνουμε τώρα εμείς, τα προβλήματα που έχουμε», σχολίασε ο ιερέας. «Πέταξε» το παράπονο χωρίς να έχει όρεξη να συνεχίσει την κουβέντα. Ήταν η ώρα που οι υπηρεσίες του Πατριαρχείου έκλειναν για μεσημέρι και ο Πατριάρχης Θεόφιλος μέσω των εκπροσώπων του θα αρνούταν άλλη μία φορά να τοποθετηθεί στα μέσα ενημέρωσης για τη νέα κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού να μην περάσει καθόλου από την έρημη παλιά πόλη και την ακόμη πιο έρημη γειτονιά των Ελληνορθόδοξων δεν φάνηκε να ξαφνιάζει κανέναν. Η πολιτική ηγεσία έχει πάρει σαφή θέση στις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις. Και φαίνεται ότι το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων μέσω κινήσεών του έχει επιλέξει να βρίσκεται στην άλλη πλευρά της ιστορίας. Στους κύκλους των αγιοταφιτών μοναχών σχολιάστηκε η επίσκεψη – αστραπή του Έλληνα πρωθυπουργού, όπως επίσης θεωρήθηκε ότι η στάση του να μην επικοινωνήσει με τον Πατριάρχη των Αγίων Τόπων ήταν αναμενόμενη.
Το μακρινό 2008, όταν είχαν περάσει τρία χρόνια από την εκλογή του σημερινού Πατριάρχη Θεόφιλου και την αντικατάσταση του έκπτωτου Ειρηναίου Α’, το κύριο θέμα που απασχολούσε τους αγιοταφίτες μοναχούς ήταν η έντονη ρωσική παρουσία επισκεπτών και ιερωμένων. Ήταν η απειλή που ένιωθαν, όπως τότε την περιέγραφαν, από την πρόθεση της ρωσικής εκκλησίας να ενισχύσει την παρουσία της στους Αγίους Τόπους και ο έντονος φόβος ότι θα τους κυριεύσει. Ήταν τότε που ο σημερινός Πατριάρχης είχε διαμαρτυρηθεί έντονα για την απόφαση της ρωσικής εκκλησίας να ενισχύσει την ανέγερση ναού στον Ιορδάνη ποταμό, λίγο μετά τη λειτουργία του Μοναστηριού Τιμίου Προδρόμου από την πλευρά του Πατριαρχείου. Ο Θεόφιλος, έχοντας φιλοξενούμενο σε ένα δώμα των πατριαρχικών κτηρίων τον έκπτωτο προκάτοχό του, δήλωνε τότε αποφασισμένος να μην διατηρήσει την ίδια στάση προσέγγισης με τη ρωσική εκκλησία. Πλέον όμως, τίποτα απ’ όσα συνέβαιναν τότε, δεν ισχύουν σήμερα.
Η ρωσική επέλαση
Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων έχει αναλάβει πρωτοβουλίες που έχουν προκαλέσει την έντονη ενόχληση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ειδικά σε ό,τι αφορά την αυτοκέφαλη ουκρανική εκκλησία και τον ρωσοουκρανικό πόλεμο. «Είναι διπλωματικό το θέμα», απαντάει στη Voria.gr άνθρωπος της Εκκλησίας που γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα. Όταν μάλιστα καλείται να εξηγήσει αυτή τη μετάλλαξη, παραπέμπει στις ορδές των Ρώσων προσκυνητών και στην οικονομική ενίσχυση των προσκυνημάτων στους Αγίους Τόπους και ειδικά στα Ιεροσόλυμα. Το ίδιο πρόσωπο μάλιστα δεν διστάζει να περιγράψει τη σημερινή κατάσταση σαν «τρισχειρότερη από αυτή που επικρατούσε με τα σκάνδαλα του Ειρηναίου», καταλήγοντας ότι «είναι κρίμα για την Εκκλησία να φτάνει σε τέτοιο επίπεδο».
Είναι αλήθεια πως ο Πατριάρχης Θεόφιλος πήρε σαφή θέση υπέρ της ρωσικής εκκλησίας χαρακτηρίζοντας «χαμένους» τους Ουκρανούς που συγκρότησαν την αυτοκέφαλη εκκλησία, μεταφέροντας την ίδια εικόνα ακόμη και σε ουκρανική αντιπροσωπεία ιερωμένων, όπως μεταδίδουν μέσα ενημέρωσης που καλύπτουν θρησκευτικά θέματα. Στην ιστοσελίδα του Πατριαρχείου διαφημίζονται επαρκώς οι άριστες σχέσεις του Πατριάρχη με Ρώσους ιερείς και εκπροσώπους της Εκκλησίας, στέλνοντας το μήνυμα για την πλευρά της ιστορίας στην οποία βρίσκεται. Μάλιστα, δύο ημέρες πριν την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, είχε συγκληθεί η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου στην οποία ο προκαθήμενος Θεόφιλος ανέλυσε την πρωτοβουλία του «για την επίλυση της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης», όπως μεταφέρεται στην ανακοίνωση. Η πρωτοβουλία χαιρετίστηκε πρώτα από τη ρωσική Εκκλησία με αναφορές στον «προκαθήμενο της αρχαιότερης εκκλησίας, η οποία είναι μητέρα όλων των εκκλησιών», όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση, με σαφείς αιχμές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τον ρόλο του οποίου αμφισβητεί η Μόσχα.
Κι όλα αυτά ενώ στα Ιεροσόλυμα έχουν εξαφανιστεί λόγω πολέμου τα πλήθη επισκεπτών. Τα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης των τριών θρησκειών είναι άδεια, στα χριστιανικά προσκυνήματα και ειδικά στο ναό της Αναστάσεως κεριά ανάβουν μόνον οι ντόπιοι. Στο τείχος των δακρύων προσκυνούν μόνον οι τοπικοί Εβραίοι, ενώ άδεια έχουν μείνει τα σπουδαία τεμένη των μουσουλμάνων. Τα καταστήματα που ζουν από τους τουρίστες κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Έχουν μείνει ανοιχτά κάποια φαστ φουντ για να ταΐσουν τους δημοσιογράφους και τους αστυνομικούς που έχουν κατακλύσει την πόλη.