Έξι νεκροί και πολλοί αγνοούμενοι, ανυπολόγιστες καταστροφές σε σπίτια, υποδομές και καλλιέργειες είναι ο μέχρι στιγμής τραγικός απολογισμός της κακοκαιρίας Daniel που έπληξε τη χώρα και κυρίως τη Θεσσαλία.
Δρόμοι σε Βόλο και Πήλιο μετατράπηκαν σε ορμητικούς χειμάρρους, ενώ χωριά του θεσσαλικού κάμπου εξαφανίστηκαν από τα νερά της ακραίας βροχόπτωσης, η οποία δείχνει ότι η κλιματική κρίση δεν είναι απλώς μία εν δυνάμει απειλή, αλλά ένας υπαρκτός κίνδυνος. Φταίνε όμως μόνο τα ακραία καιρικά φαινόμενα γι’ αυτές τις εικόνες βιβλικής καταστροφής;
Σύμφωνα με τον καθηγητή του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, διευθυντή του τομέα Δασοτεχνικών και Υδρονομικών Έργων, Μάριο Σαπουντζή, πράγματι η κακοκαιρία Daniel ήταν σπάνιας σφοδρότητας, όμως για τις καταστροφές ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η ανεπαρκής αντιπλημμυρική θωράκιση της χώρας. Μιλώντας στη Voria.gr τόνισε πως βασικό πρόβλημα είναι η «κακοποίηση» των ρεμάτων όχι μόνο σε αστικές και παραθεριστικές περιοχές, αλλά ακόμα και στα πεδινά της χώρας. «Στη χώρα μας υπάρχουν περισσότεροι από 1.000 χείμαρροι με κακοποιημένες τις πεδινές τους διαδρομές στις περισσότερες των περιπτώσεων. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις, όπως τα ρέματα από τη μεριά του Πηλίου που δεν έχει παραθεριστικές περιοχές, τα οποία χύνονται απευθείας στη θάλασσα», είπε χαρακτηριστικά.
Ο καθηγητής αναφέρει ότι ανάλογης έντασης βροχή έχει καταγραφεί και στο παρελθόν, όμως η έκταση των φαινομένων δείχνει ότι ήδη βλέπουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, που σε συνδυασμό με τα λάθη και στις παραλείψεις έχουν ως αποτέλεσμα τις εκτεταμένες καταστροφές. «Στη Ζαγορά του Πηλίου το 1986 είχαμε μία βροχόπτωση παρόμοιου μεγέθους, 880 χιλιοστά ύψος βροχής σε μία μέρα. Τότε η παραλία στο Χορευτό είχε πάει 200 μέτρα μέσα από τα φερτά υλικά που μεταφέρθηκαν. Το 2006 στον Βόλο είχαμε 230 χιλιοστά ύψος βροχής σε επτά ώρες και ο Κραυσίδωνας ήταν σε παρόμοια κατάσταση, όπως και ο Ξηριάς, το μεγάλο το ρέμα που διέρχεται μέσα από την πόλη του Βόλου, και είχαν πέσει γέφυρες. Πλέον, διαφαίνεται ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει και παίρνουν πολύ μεγάλη έκταση που τα γεγονότα και είναι πάρα πολύ έντονα ακραία. Για τον Βόλο το μέγιστο ύψος βροχής 24ώρου που είχε καταγραφεί μέχρι το 2006 για 50 χρόνια ήταν 190 χιλιοστά. Τώρα λέμε ότι σε ένα 24ωρο έπεσαν 600 με 700 χιλιοστά», ανέφερε.
Ο καθηγητής τόνισε ότι το πρόβλημα θα επιδεινωθεί ειδικά στις αστικές περιοχές, ενώ η περίπτωση της Καρδίτσας που είναι διαφορετική δείχνει την ανεπάρκεια των έργων ορεινής υδρονομικής. «Φανταστείτε 70 εκατοστά ύψος νερού σε οποιοδήποτε σημείο με χτισμένες πολυκατοικίες. Το νερό από τις ταράτσες συγκεντρώνεται στις κεντρικές αρτηρίες, που μετατρέπονται αυτομάτως σε ποτάμια. Παλιά ήταν μονοκατοικίες με αυλές, με μπαχτσέδες. Πλέον, ο συντελεστής απορροής είναι πάρα πολύ μεγάλος, φτάνει το 1, δηλαδή ό,τι πέφτει απορρέει. Και να σκεφτείτε ότι τα ρέματα του Βόλου βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση. Σε άλλες πόλεις είτε είναι μπαζωμένα, είτε είναι κλειστοί αγωγοί, είτε είναι χτισμένα. Στις δε παραθαλάσσιες περιοχές τα έχουμε για πάρκινγκ, τα έχουμε για δρόμους και όχι για τον σκοπό που υπάρχουν από τη φύση εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Επομένως ειδικά μέσα στον αστικό ιστό αυτό το πρόβλημα θα επιτείνεται πάρα πολύ έντονα. Η Καρδίτσα πάλι είναι άλλη περίπτωση. Εκεί είναι οι συμβολές δύο – τριών χειμάρρων που έχουν προστατευτικά αναχώματα, τα οποία έσπασαν και γι’ αυτό βλέπουμε να συγκεντρώνεται τέτοιο ύψος νερού. Έχει να κάνει περισσότερο με τη συντήρηση των έργων που δεν κάνουμε, τα αντιπλημμυρικά έργα στα πεδινά. Είναι ένα άλλο τεράστιο κεφάλαιο με τα έργα ορεινής υδρονομικής, τα οποία έχουν σταματήσει στη χώρα μας είτε εκτελούνται αποσπασματικά ελάχιστα», υπογράμμισε.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις πυρκαγιές, που καταστρέφουν τη δασική βλάστηση, καθώς, όπως επισήμανε ο καθηγητής, ο καλύτερος τρόπος μείωσης των πλημμυρικών αιχμών είναι να υπάρχει δασοκαλυμμένη λεκάνη απορροής.
Απαιτείται νέος σχεδιασμός
Σύμφωνα με τον κ. Σαπουντζή, τα φαινόμενα αυτά δεν θα σταματήσουν και θα είναι επαναλαμβανόμενα, γι’ αυτό απαιτούνται άμεσα παρεμβάσεις, με πρώτο τον έλεγχο των παροχετευτικών διαστάσεων των πεδινών διαδρομών. «Αν η κοίτη που διέρχεται από μία κατοικημένη περιοχή για κάποιον λόγο έχει στενέψει, δεν χρειάζεται να γίνει κατακλυσμός του Νώε για να πλημμυρίσουμε. Και με μια απλή βροχή πλημμυρίζουμε κι αυτό το έχουμε δει και στη Θεσσαλονίκη», σημείωσε.
Το πιο βασικό, όμως, είναι να υπάρξει νέος αντιπλημμυρικός σχεδιασμός για το σύνολο της χώρας. «Θα πρέπει η Πολιτεία να σχεδιάσει πολύ καλά μία υπηρεσία, η οποία θα είναι εξοπλισμένη και στελεχωμένη με εξειδικευμένο προσωπικό -που υπάρχει διαθέσιμο στη χώρα μας- για να γίνει σωστός αντιπλημμυρικός σχεδιασμός, διευθέτηση των χειμάρρων και των ποταμών από την κορυφή μέχρι τα νύχια και όχι αποσπασματικά για όλη τη χώρα. Δεν μας φτάνουν τα μάστερ πλαν που γίνονται στα πολεοδομικά συγκροτήματα. Επιπλέον, πρέπει οι υπηρεσίες που έχουν γράψει με χρυσά γράμματα στην ιστορία τις διευθετήσεις χειμάρρων να επαναδραστηριοποιηθούν, να στελεχωθούν με προσωπικό, με εξοπλισμό. Δεν μπορεί η Δασική Υπηρεσία που είναι αρμόδια για τη διευθέτηση των λεκανών απορροής να έχει έναν δασολόγο σε ένα Δασαρχείο. Τι να πρωτοκάνει; Να κινηθεί για τις πυρκαγιές, για το δασικό κτηματολόγιο, για τις καταπατήσεις ή να κάνει μελέτη διευθέτησης, προκηρύξεις, διαγωνισμούς κλπ. Υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια, υπάρχει το σχέδιο διαχείρισης κινδύνου πλημμυρών που έχει συνταχθεί από τη χώρα μας. Χρειάζεται προσωπικό και σχεδιασμός. Τα ξέρουμε τα προβλήματα, αρκεί να υπάρξει διάθεση και από την Πολιτεία προς αυτήν την κατεύθυνση», κατέληξε ο καθηγητής.