Την ανεπάρκεια των υποδομών της χώρας να αντέξουν το βάρος των ακραίων καιρικών φαινομένων, αλλά και την αδυναμία διαχείρισης των εκτεταμένων καταστροφών που αυτά προκαλούν, καταδεικνύει η κακοκαιρία Daniel.
Και μπορεί, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες, να είναι δύσκολη και κοστοβόρα η κατασκευή νέων υποδομών, είναι όμως ευκολότερη και σίγουρα αναγκαία η εκπόνηση ενός σχεδίου πρόβλεψης των πιθανών επιπτώσεων, ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα εγκλωβισμού πολιτών χωρίς τα στοιχειώδη είδη πρώτης ανάγκης.
Όπως είπε μιλώντας στη Voria.gr ο επίκουρος καθηγητής Γεωλογίας του ΑΠΘ, Γιώργος Παπαθανασίου, το επιστημονικό αντικείμενο του οποίου είναι η συμπεριφορά των γεωυλικών, εδάφους και βράχων, οι υποδομές της χώρας είχαν σχεδιαστεί με άλλες προδιαγραφές βασισμένες στις κλιματολογικές συνθήκες της εποχής. «Αυτό που πλέον εμφανίζεται παντού και όχι μόνο στην Ελλάδα είναι ότι έχουμε άλλα δεδομένα σχετικά με το ύψος των βροχών και την ένταση των φαινομένων. Ο Ιανός που τον θεωρήσαμε ακραίο φαινόμενο που δεν είχαμε ξαναδεί και είχαμε πάει και χαρτογραφήσει τα πάντα, τελικά ήταν τρεις – τέσσερις φορές πιο ήπιος από αυτό που συνέβη τώρα. Και το πρόβλημα είναι η συχνότητα. Έγινε ο Ιανός κι έπειτα από τρία χρόνια ο Daniel. Ό,τι είχε σχεδιαστεί με αυτά που γνωρίζαμε πριν από 10 – 20 χρόνια πλέον έχει ανατραπεί. Δεν είναι ικανά δηλαδή, ούτε οι γέφυρες, ούτε οι κοίτες έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί, ούτε τα πρανή, ούτε οι τοίχοι αντιστήριξης να αντιμετωπίσουν τέτοια φαινόμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχαν κατασκευαστεί σωστά τότε. Σημαίνει ότι τώρα δεν πρέπει να σχεδιάζουμε με βάση όσα γνωρίζαμε πριν από 20 χρόνια, αλλά με αυτά που πρόκειται να έρθουν», τόνισε.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, τα πλημμυρικά φαινόμενα είναι ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας θεμάτων που συμβάλλουν στις καταστροφικές επιπτώσεις. «Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι ότι πληγές, οι αστοχίες είναι σε μία τεράστια έκταση. Δεν είναι ότι συνέβη κάτι σε ένα βουνό, πλημμύρισαν πέντε χωριά, έκλεισαν δύο δρόμοι, που θα μπορούσε ο κρατικός μηχανισμός με αυτό που είχε σχεδιαστεί να το αντιμετωπίσει. Τώρα μιλάμε για όλη την περιφέρεια Θεσσαλίας και για μια ποικιλία φαινομένων που ξεκινάει από τα βουνά όπου έχουμε κατολισθήσεις. Έχουμε ροές κορημάτων (σ.σ. πετρώδη θραύσματα και γεώδη υλικά, προϊόντα αποσάθρωσης απότομων πρανών), έχουμε κορμούς μέσα στους χειμάρρους να φεύγουν, να κλείνουν τις γέφυρες και το νερό να περνά από πάνω και να τις γκρεμίζει. Οι πλημμύρες είναι το τελευταίο στάδιο μίας αλυσίδας θεμάτων. Δεν μπορούμε να δούμε μόνο τι έφταιξε στα αντιπλημμυρικά έργα. Πρέπει να ξετυλίξουμε όλο το κουβάρι», είπε χαρακτηριστικά.
Να ληφθούν προληπτικά μέτρα
Ο κ. Παπαθανασίου επισημαίνει ότι πλέον η τεχνολογική εξέλιξη δίνει τη δυνατότητα αφενός να υπάρχει έγκαιρη πρόγνωση των καιρικών φαινομένων, αφετέρου να προβλεφθεί ποιες περιοχές θα «χτυπήσει» η κακοκαιρία. Οπότε, επιβάλλεται ένας νέος σχεδιασμός στα πρότυπα του αντίστοιχου σχεδίου που υπάρχει για τους σεισμούς, κάτι που μπορεί να γίνει πολύ πιο σύντομα από τα αντιπλημμυρικά έργα, που απαιτούν επανασχεδιασμό και πολλά κονδύλια.
«Δεν είναι εύκολο να διαχειριζόμαστε τέτοια φαινόμενα σε τέτοια έκταση, οπότε πρέπει να λάβουμε όλα τα προληπτικά μέτρα. Όσο πιο νωρίς γνωρίζουμε όλα τα πιθανά σενάρια, τόσο καλύτερη είναι και η διαχείριση μετά. Δεν προλαβαίναμε μετά τον Ιανό να κάνουμε καινούργιους δρόμους και γέφυρες, είναι πολύ μεγάλο το κόστος, αλλά θα έπρεπε να υπήρχαν αυτοματοποιημένα σχέδια, ώστε οι περιοχές να είναι αυτόνομες για ένα χρονικό διάστημα. Πλέον, οι μετεωρολόγοι έχουν ένα καλό ποσοστό αξιοπιστίας, κάτι που δεν είχαμε στο παρελθόν. Εφόσον υπάρχει αυτή η πρόγνωση, θα πρέπει τα επόμενα χρόνια να υπάρξει ένας σχεδιασμός, από κράτος, περιφέρεια, πολιτική προστασία κι αν δεν έχουν το προσωπικό -που δεν το έχουν γιατί πάνε αλλού τα χρήματα- να καλέσουν πανεπιστήμια και ινστιτούτα να βοηθήσουν, γιατί υπάρχει τεχνογνωσία. Υπάρχουν πάρα πολλά εργαλεία πλέον με τα γεωγραφικά συστήματα, με τα οποία μπορούμε να κάνουμε προσομοίωση χαρτών και να δούμε, για παράδειγμα, ότι σε αυτό το βουνό αυτές οι τρεις πλαγιές είναι έτοιμες να φύγουν, αυτός ο χείμαρρος ή αυτό το ποτάμι θα πλημμυρίσει και μέχρι πού θα φτάσει το νερό. Να υπάρχουν αυτά τα σενάρια και η Πολιτική Προστασία, όπως γίνεται σε άλλες χώρες ή τουλάχιστον θα γίνει, να ξέρει τις επικίνδυνες περιοχές. Αν καλύψουμε τα μισά από αυτά, τότε θα είναι πιο εύκολο και το κράτος να το διαχειριστεί, να προβλεφθούν φάρμακα, νερό, τροφή για τα χωριά που μπορεί να αποκοπούν. Κάτι αντίστοιχο κάνουμε με τον σεισμό και το σχέδιο Ξενοκράτης για τον εφοδιασμό των περιοχών αυτών σε περίπτωση που συμβεί κάτι. Προφανώς δεν μπορούμε να αποτρέψουμε τις πλημμύρες, αλλά τουλάχιστον να μπορούμε να διαχειριστούμε τον κίνδυνο μετά. Είναι ένας τρόπος πρόληψης, με υποδεκαπλάσιο κόστος.
Ο καθηγητής επισήμανε επίσης ότι απαιτείται και εκπαίδευση του κόσμου γι’ αυτά τα φαινόμενα, όπως ακριβώς γίνεται με τους σεισμούς.