Η δίκη για τον θάνατο του Ντιέγκο Μαραντόνα βρίσκεται σε εξέλιξη στο Σαν Ισίδρο, με την οικογένεια του Αργεντινού θρύλου να ζητά να αποσαφηνιστούν πλήρως οι συνθήκες που οδήγησαν στην απώλειά του.
Η υπόθεση εστιάζει στις ευθύνες του ιατρικού επιτελείου που τον παρακολουθούσε, με την εισαγγελία να αποδίδει σοβαρές παραλείψεις στη διαχείριση της κατάστασής του.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η κατάσταση της υγείας του Μαραντόνα πριν τον θάνατό του, καθώς η νεκροψία κατέγραψε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με διατατική μυοκαρδιοπάθεια, η οποία επιδεινώθηκε λόγω απουσίας κατάλληλης θεραπείας. Από την πλευρά της εισαγγελίας έγινε λόγος για ιδιαίτερα δύσκολη πορεία ανάρρωσης, με τους γιατρούς να κατηγορούνται ότι αγνόησαν προειδοποιητικά σημάδια και άφησαν τον ασθενή χωρίς την απαιτούμενη φροντίδα.
Ανάμεσα στους επτά κατηγορούμενους βρίσκεται ο νευροχειρουργός, Λεοπόλντο Λέκουε, προσωπικός ιατρός του Μαραντόνα, ο οποίος κατηγορείται για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Κατά την απολογία του, αρνήθηκε την ευθύνη, δηλώνοντας: «Θέλω να πω ότι και ότι λυπάμαι βαθιά για τον θάνατό του. Νοιαζόμουν βαθιά γι’ αυτόν, τον αγαπούσα, ήταν το είδωλό μου και ο φίλος μου».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη σχέση τους, τονίζοντας πως τα τελευταία χρόνια διατηρούσαν στενή επαφή, ενώ υποστήριξε ότι ο θάνατος του Μαραντόνα οφείλεται σε φυσικά αίτια, θέση που έχουν εκφράσει και άλλοι γιατροί της υπόθεσης.
Παράλληλα, έδωσε τη δική του εκδοχή για τα ιατρικά ευρήματα, υποστηρίζοντας ότι το πνευμονικό οίδημα ενδέχεται να συνδέεται με τις προσπάθειες ανάνηψης, ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν ο γιατρός που πραγματοποίησε την επέμβαση για το υποσκληρίδιο αιμάτωμα και ότι δεν είχε αναλάβει τον Μαραντόνα το 2007, περίοδο κατά την οποία δεν ακολουθούσε θεραπεία για το καρδιολογικό του πρόβλημα.
Τέλος, αναφερόμενος στην απόφαση για κατ’ οίκον νοσηλεία, διευκρίνισε: «Δήλωσα ρητά ότι είμαι νευροχειρουργός. Όχι κλινικός ιατρός, ούτε ψυχίατρος, ούτε ψυχολόγος. Ήμουν πάντα πολύ σαφής σχετικά με τον ρόλο μου. Ωστόσο, η ανάρρωση στο σπίτι ήταν η μόνη επιλογή».