«Πάμε αργά προς χαλάρωση των μέτρων, δεν θα γίνει απότομα. Δεν θα βγάλουμε τις μάσκες, δεν θα είμαστε χαλαροί. Θα πάμε προσεκτικά», τόνισε η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Μίνα Γκάγκα, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8.
«Ούτως ή άλλως του ειδικούς ακούμε και παίρνουμε αποφάσεις. Πάμε με σύμπνοια και έτσι λαμβάνονται τα μέτρα. Νομίζω και οι ειδικοί – εγώ μιλάω με πάρα πολλούς και είναι φίλοι μέσα στην επιτροπή – θεωρούν ότι από εδώ και πέρα αρχίζει μια χαλάρωση. Ήπια, δεν πάμε απότομα, δεν απελευθερώνουμε τα πάντα», υπογράμμισε, υπενθυμίζοντας ότι και στην Ευρώπη πάνε γενικά προς χαλάρωση των μέτρων, με όποιο ρυθμό ταιριάζει σε κάθε χώρα.
Ξεκαθάρισε ότι η απελευθέρωση αφορά κυρίως τους εμβολιασμένους, όχι τους ανεμβολίαστους, και αυτό θα συνεχιστεί. «Το 90% των νοσηλειών και των σοβαρών νοσηλειών είναι ανεμβολίαστοι. Φυσικά και πρέπει να προσέχουμε. Το ότι έχω εμβολιαστεί δεν με κάνει άτρωτο και δεν πρέπει να είμαι “χύμα”. Φυσικά θα προσέχω τα μέτρα. Αλλά αυτό που βλέπουμε είναι ότι οι άνθρωποι που υποφέρουν και κινδυνεύουν είναι οι ανεμβολίαστοι και ιδιαίτερα οι άνω των 60 ετών», επισήμανε.
Αναφορικά με τους σκληρούς δείκτες της πανδημίας που επιμένουν και ειδικά για τον υψηλό αριθμό θανάτων, η κυρία Γκάγκα είπε ότι «όλους εμάς που δουλεύουμε στα νοσοκομεία μας στενοχωρεί πάρα πολύ κάθε θάνατος». Έκανε λόγο για πολυπαραγοντικό πρόβλημα που σχετίζεται με το ποσοστό των μη εμβολιασμένων που περνά πιο σοβαρά τη νόσο και με το ποσοστό των ανθρώπων μεγάλης ηλικίας που είναι πολύ πιο ευάλωτοι.
«Κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για τους ηλικιωμένους, αλλά έχουν περισσότερες πιθανότητες να μην πάνε καλά. Ένας άνθρωπος που είναι 90 χρονών και έχει 2-3 χρόνια νοσήματα, δυστυχώς είναι πιο ευάλωτος», εξήγησε.
Παραδέχθηκε ότι υπάρχει και το μείζον θέμα των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, καθώς «στην Ελλάδα έχουμε μεγάλη αντοχή στα αντιβιοτικά, καθώς για πολλά χρόνια παίρναμε αντιβιοτικά από το φαρμακείο σαν να ήταν τσίχλες. Χωρίς συνταγή, η οποία έγινε υποχρεωτική μόλις τον τελευταίο καιρό. Αυτό θα πάρει καιρό να υποχωρήσει στη χώρα μας γιατί εμείς δίνουμε 3 φορές περισσότερα αντιβιοτικά σε σχέση με τη Νορβηγία για παράδειγμα», είπε χαρακτηριστικά.
Για τον κίνδυνο επαναλοίμωξης με Όμικρον, σημείωσε ότι μπορεί να κολλήσουν ξανά οι άνθρωποι που έχουν περάσει τη συγκεκριμένη παραλλαγή, αλλά «γενικώς το περνάνε στο σπίτι, εύκολα και σχετικά ανώδυνα. Δεν λέω ότι δεν τρέχει τίποτα. Έχουν πονοκέφαλο, λίγο πυρετό ή ένα βηχαλάκι, αλλά δεν είναι λόγος για να νοσηλευτεί κάποιος σε νοσοκομείο. Δεν υπάρχει στην Ιατρική 100% προστασία, όμως ο εμβολιασμός είναι μια μεγάλη προστασία ακόμη και αν κολλήσουμε ξανά».
Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας εκτίμησε ότι έχουμε δυο πολύ θετικά στοιχεία, στη μάχη κατά της πανδημίας. Τη βελτίωση του καιρού και το μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που έχει εμβολιαστεί, σε συνδυασμό με τον αριθμό ανθρώπων που έχουν περάσει κορονοϊό και έχουν ανοσοποιηθεί με φυσικό τρόπο. Ζήτησε να συνεχίσουμε να προσέχουμε, να τηρούμε αποστάσεις και να φοράμε μάσκες, διαμηνύοντας ότι «δεν συζητάει κανείς για την αφαίρεση μάσκας σε χώρους όπου υπάρχει συγχρωτισμός».