*Των Κριστίνα Μακνέα και Νίκου Θυμάκη
Είναι γεγονός ότι οι πόλεις αντιμετωπίζουν στις μέρες μας, μια σειρά από κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις. Πολλές από αυτές, επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος διατροφής, της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής συνοχής ευρύτερα. Παρατηρούμε ότι, από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τις επαγγελματικές δραστηριότητες μέχρι τις απλές συζητήσεις, χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο όροι όπως: «κλιματική κρίση», «επισιτιστική κρίση», «αστικοποίηση», «μεσογειακή διατροφή», «αστική γεωργία», «κυκλική οικονομία», «βιολογική καλλιέργεια» κλπ. Έχουμε εξοικειωθεί με αυτές αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε επαρκώς τις έννοιές τους. Επίσης, αποδεδειγμένα, η πανδημία όξυνε τις ερμηνείες αυτές, ανέδειξε τα αρνητικά σημεία τους αλλά και τις λύσεις οι οποίες αν μελετηθούν και ερμηνευτούν σωστά, μπορούν να αποτελέσουν, εργαλεία αστικής ανάπτυξης.
Η Αστική Γεωργία, στην Ελλάδα, ήδη βρίσκει διέξοδο με διάφορες προσεγγίσεις, όπως κοινωνικές, οικονομικές, γεωργικές, διατροφικές, περιβαλλοντικές, εξωραϊστικές κλπ. Η έκρηξη ενδιαφέροντος για αυτή, εντοπίζεται στην αρχή της οικονομικής κρίσης, πριν από 10 χρόνια, ενώ η πανδημία ανέδειξε συγκεκριμένα οφέλη κάποιων προσεγγίσεων. Η καλλιέργεια σε γλάστρες, αυλές, ταράτσες, πάρκα, δημόσιους ελεύθερους χώρους κλπ καθώς και η αυξανόμενη ζήτηση για υγιεινά και ποιοτικά τρόφιμα, αποτελούν το ερευνητικό πεδίο στο πλαίσιο διδακτορικής εργασίας, στο Πανεπιστήμιο Γεωπονικών Επιστημών και Κτηνιατρικής του Βουκουρεστίου, με τίτλο «Συγκριτική μελέτη της αστικής γεωργίας σε Ρουμανία, Ελλάδα και Κύπρο». Μάλιστα, δίνεται έμφαση στη «συγκαλλιέργεια λαχανικών και αρωματικών/φαρμακευτικών φυτών και σε βιοκλιματικές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις». Προκειμένου να μελετηθεί και να κατανοηθεί καλύτερα αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο καλλιέργειας, κυκλοφορεί ένα ερωτηματολόγιο, σε google form το οποίο απευθύνεται στην Ελλάδα, Κύπρο και Ρουμανία.
Οι βασικοί λόγοι για τη συγκεκριμένη επιλογή του πεδίου έρευνας και εφαρμογών-προτάσεων, έχει ως εξής: αφενός, η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια ευρύτερα, έχουν κοινά στοιχεία σε κοινό κλιματικό εύρος. Αφετέρου, αποκτά ενδιαφέρον η παράλληλη μελέτη της νοοτροπίας κάθε λαού και η συγκριτική ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Μέσα από τις απαντήσεις του ερωτηματολογίου θα υπάρχει δυνατότητα να ερμηνευτεί η σταδιακή ανάπτυξη δημόσιων εδώδιμων κήπων, το ενδιαφέρον για την μεσογειακή διατροφή και για βιολογικά προϊόντα, η ευαισθησία των λαών σε περιβαλλοντικά θέματα κλπ.
Η αστική γεωργία στην Ελλάδα έχει ένα παρελθόν 20ετίας που θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχημένο, με ορατά αποτελέσματα τα τελευταία 10-12 χρόνια, δηλαδή, από τότε που μπήκε στην Ελληνική πραγματικότητα η οικονομική κρίση. Στην ουσία, αναφερόμαστε σε τμήματα «αγροκτημάτων πόλης». Ως αντιπροσωπευτικοί χώροι θα μπορούσαν να αναφερθούν οι εδώδιμοι κήποι στο Μαρούσι, στην Αλεξανδρούπολη και στην Θέρμη (ΑΠΘ). Είναι σημαντικές δομές όπου καλλιεργούνται παραδοσιακά εποχικά λαχανικά, αρωματικά/φαρμακευτικά φυτά, μικροί θάμνοι με καρπούς ή ακόμη και δένδρα, ενώ στη Θεσσαλονίκη (έναντι του Καυτατζογλείου Σταδίου), υπάρχει αμπέλι μαζί με τον ένα εδώδιμο κήπο.
Πιο συγκεκριμένα, για την Αλεξανδρούπολη, όπου περίπου 300 δικαιούχοι καλλιεργούν από το 2011, διαμορφώθηκε στην πορεία, κανονισμός λειτουργίας, με παροχή ποσοστού της παραγωγής σε κοινωνικές δομές ενώ πλέον αποτελεί σημείο συνάντησης γενεών, ανταλλαγής απόψεων για τη ζωή της πόλης, για τα σύγχρονα προβλήματα διατροφής και ταυτόχρονα αποτελεί μία καλή πρακτική στο πλαίσιο της Δημοτικής Κοινωνικής Πολιτικής. Μάλιστα, η συμμετοχή στο πρόγραμμα URBACT με τίτλο “RURAL” έδωσε την ευκαιρία τόσο στο Δήμο όσο και στους δικαιούχους-καλλιεργητές, να έρθουν σε επαφή με αντίστοιχες προσπάθειες από το εξωτερικό και να βελτιώσουν τον κανονισμό λειτουργίας αλλά και να σχεδιάσουν την επέκταση της δράσης και σε άλλα σημεία της πόλης.
Παρόμοια είναι και η κατάσταση στο Μαρούσι, όπου μετά τον πρώτο λαχανόκηπο του 2010, δημιουργήθηκε το 2017, με χορηγία, ένας «εδώδιμος κήπος» (λαχανόκηποι, οπωρώνας, αμπέλι και αρωματόκηπος) όπου αποτέλεσε και «πάρκο περιβαλλοντικής και διατροφικής ευαισθητοποίησης» για τη γύρω περιοχή. Ο χώρος παραμένει ως και σήμερα υπό την εποπτεία της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Δήμου, γίνονται εκεί και πολιτιστικές εκδηλώσεις σχετικές με το αντικείμενο της διατροφής και σημαντικό μέρος των προϊόντων διατίθενται στο Κοινωνικό Παντοπωλείο του Δήμου.
Όσον αφορά τέλος στην πρωτοβουλία του Λαχανόκηπου στο Αγρόκτημα του ΑΠΘ στη Θέρμη και στη συνέχεια του Αστικού Αμπελώνα με παράλληλη δράση λαχανόκηπου στη Θεσσαλονίκη, πρόκειται για προσπάθειες άξιες αναφοράς, αφενός για τον ακτιβισμό της φοιτητικής κοινότητας που «κράτησε» τη δομή στο Αγρόκτημα ζωντανή, αφετέρου στο Δήμο, όπου η Υπηρεσία Πρασίνου ανέδειξε τον αμπελώνα μέσα και από Ευρωπαϊκό Δίκτυο, αξιοποιώντας έναν χώρο όπου υπήρξε χώρος στάθμευσης απορριμματοφόρων. Έτσι, στην πραγματικότητα ανεδείχθη και η δυνατότητα αλλαγής προσέγγισης της Δημόσιας Γης, σε καλλιεργούμενο χώρο σε σύνδεση τόσο με την τροφική αλυσίδα όσο και με την άσκηση, αφού τέτοια είναι η κηπουρική και η γεωργική πρακτική.
Τέλος, να μην ξεχνάμε την σημαντική συμβολή στην βιώσιμη Αστική Γεωργία, των ειδικών που προστατεύουν, αναπαράγουν και διακινούν παραδοσιακές ποικιλίες λαχανικών και Αρωματικών/φαρμακευτικών φυτών. Στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, μοναδικός στο είδος του είναι ο Νίκος Μισυρλής ο οποίος, προσπαθεί με κάθε τρόπο να αναδείξει τα πλεονεκτήματα της Αστικής Γεωργίας διαμορφώνοντας παράλληλα περιβαλλοντικές συνειδήσεις στους καλλιεργητές και να στηρίζει κάθε προσπάθεια για εντοπισμό και διάσωση παλιών ποικιλιών, οπωροφόρων δέντρων στην Κεντρική Μακεδονία.
Συνεπώς, χρειάζονται πολύπλευρες δράσεις για την προώθηση της Αστικής Γεωργίας και η συμβολή σας, ως αναγνώστες (με την συμπλήρωση ερωτηματολογίου https://forms.gle/cFdTWwNJcchaVAHS9 ), θα είναι πολύτιμη. Κάθε είδους συμβολή των πολιτών σε θέματα που αφορούν την ποιότητα ζωής στην περιοχή όπου ζει, αντικατοπτρίζεται στην τοπική ανάπτυξη.
Σε μια εποχή πολλών αλλαγών με επιπτώσεις στην ποιότητας ζωής των κατοίκων σε πόλεις, έχει μεγάλη σημασία να αφιερώσουμε χρόνο με σκοπό να κατανοήσουμε την φύση και ό,τι συνδέεται με αυτήν. Επιπλέον, όταν κατανοήσουμε το φαινόμενο της βιώσιμης Αστικής Γεωργίας, σε όλο το μεγαλείο της, θα είμαστε έτοιμοι να επαναφέρουμε, αβίαστα, την φύση στις πόλεις, να επωφελούμαστε από αυτήν και να συνυπάρχουμε με αυτήν.
*Μακνέα Κριστίνα Ηλέκτρα, Χημ. Μηχανικός, Αρχιτέκτ. Τοπίου, Περιβαλλοντολόγος, υποψ. Διδακτόρισσα στην Αστική Γεωργία
*Νίκος Θυμάκης, Γεωπόνος/Κηποτεχνης, Αγρ. Κατάρτιση Θεσσαλονίκης & Εκπ. Προγράμματα ΒΒΚΚ, ΕΛΓΟ Δήμητρα