Αν μπει κανείς στον κόπο, πέρα από τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων, να μελετήσει και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων θα βρεθεί μπροστά σε κάποιες διαπιστώσεις.
Μια από αυτές είναι ότι σε αντίθεση με όσους εμφανίζονται να υποστηρίζουν τα κόμματα του λεγόμενου συστημικού τόξου, δηλαδή ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ΚΚΕ, το οποίο άσχετα από τις κορόνες περί δικτατορίας του προλεταριάτου που κατά καιρούς εκτοξεύει, αποτελεί από την μεταπολίτευση και μετά συνεπή παίκτη του κοινοβουλευτικού συστήματος, η μερίδα των ψηφοφόρων που δηλώνουν οπαδοί των νεοναζιστικών μορφωμάτων τύπου Χρυσής Αυγής και κόμματος Κασιδιάρη έχουν κάποια συγκεκριμένα κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία τυποποιούνται σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από ότι σε ψηφοφόρους άλλων αντισυστημικών κομμάτων, όπως τα κόμματα της άκρας και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, με τα οποία συμπίπτουν στην αντιθεσμική αντίληψη.
Στην συντριπτική τους πλειοψηφία λοιπόν οι φίλα προσκείμενοι στα νεοναζιστικά μορφώματα εντοπίζονται στις ηλικίες κάτω των 60 ετών αφού τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ακόμα και αν δεν έζησαν τον ναζισμό διατηρούν μια φυσική απέχθεια για την συγκεκριμένη ιδεολογία, που προέρχεται από τις διηγήσεις και βιώματα των γονέων και παππούδων τους οι οποίοι έζησαν την γερμανική κατοχή και τα ναζιστικά εγκλήματα.
Οι ψηφοφόροι αυτοί δεδομένης της έλλειψης βιωματικής μνήμης, γοητεύονται από θεωρίες περί εθνικισμού, τάξης και ασφάλειας ενώ εκ παραλλήλου αδυνατούν να αντιληφθούν ή παραβλέπουν τις συνέπειες που μπορεί να έχει η αναζωπύρωση του ναζισμού για μια κοινωνία αλλά και για το δημοκρατικό πολίτευμα.
Επίσης σε μεγάλο ποσοστό είναι απόφοιτοι υποχρεωτικής και μέσης εκπαίδευσης, γεγονός που κατά κανόνα συνεπάγεται χαμηλότερο εισόδημα και διαβίωση σε περιοχές στις οποίες υπάρχει πράγματι σοβαρό πρόβλημα από την μεγάλη και σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερη συγκέντρωση μεταναστών και προσφύγων από περιοχές στις οποίες διαβούν πιο εύπορα στρώματα του πληθυσμού, καθιστάμενοι έτσι πολύ πιο ευάλωτοι σε ξενοφοβικές ρητορικές αλλά και θεωριες περί της ανωτερότητας των Ελλήνων, καθαρότητας της φυλής κλπ.
Τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά καταδεικνύουν ότι οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι εμφανίζονται να έχουν έλλειμμα σε πλουραλιστική πληροφόρηση αφού για την ενημέρωσή τους καταφεύγουν αποκλειστικά σε συγκεκριμένα ηλεκτρονικά μέσα, τα οποία προωθούν έντονα αντιευρωπαϊκές, αντιδυτικές και συχνά αντισημιτικές απόψεις.
Μάλιστα, οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι των νεοναζιστικής αποχρώσεως σχηματισμών, στις σχετικές ερωτήσεις εκφράζονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό με θαυμασμό για απολυταρχικούς ηγέτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ομάδα αυτή συγκεντρώνει υψηλότατα ποσοστά δημοφιλίας ο Βλάντιμιρ Πούτιν, γεγονός το οποιο ενέχει μια έντονη παραδοξότητα δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος ηγέτης αποτελεί προϊόν ενός παλαιοκομμουνιστικού συστήματος, το οποίο είχε θεμελειώδεις ιδεολογικές διαφορές με τον ναζισμό.
Τέλος κοινό χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων ψηφοφόρων είναι η έλλειψη οποιασδήποτε ανεκτικότητας σε ζήτηματα ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων και η σαφής εναντίωση τους σε φιλελεύθερες ιδέες για κοινωνικά ζητήματα (πχ ελευθερία αμβλώσεων, γάμοι ομοφυλοφίλων, χωρισμός κράτους-εκκλησίας), ενώ εμφανίζονται να ασπάζονται και συνομωσιολογικες και ψευδοεπιστημονικες απόψεις (πχ αντιεμβολιαστικες θεωρίες) σε ποσοστά περίπου τριπλάσια από τους ψηφοφόρους των υπολοίπων κομμάτων.
Κατά τα νούμερα που προκύπτουν σταθερά από όλες τις δημοσκοπήσεις, ο σκληρός πυρήνας των ψηφοφόρων αυτών ανέρχεται σε ένα ποσοστό τουλάχιστον 4% επί του συνόλου του εκλογικού σώματος, ενώ υπό συγκεκριμένες συνθήκες θα μπορούσε να ανέβει και υψηλότερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2012 εως το 2019 η Χ.Α κινούνταν σταθερά σε εκλογικά ποσοστά γύρω στο 7%
Εάν δε προστεθεί σε αυτά και το ποσοστό του 4% περίπου που πήρε στις εκλογές του 2019 η Ελληνική Λύση του Βελόπουλου, κόμμα το οποίο με εξαίρεση την σκληρή ναζιστική ιδεολογία, παρουσιάζει πολλά κοινά με τα κόμματα Κασιδιάρη και Χρυσής Αυγής, το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται σε σχεδόν 10%.
Και για να θυμηθούμε λίγο το παρελθόν και ο Χιτλερ μέσω νόμιμων και δημοκρατικών εκλογών ανήλθε στην εξουσία, στηριζόμενος-αρχικά- από ψηφοφόρους που παρουσίαζαν, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, τα ίδια κοινωνικοπολιτικα και οικονομικά χαρακτηριστικά με τους παραπάνω.
Το φαινόμενο αυτό έχει αντιληφθεί πλήρως τόσο η ηγεσία της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ όχι όμως και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αρνήθηκε να ψηφίσει την πρόσφατη τροπολογία για τον αποκλεισμό του κόμματος Κασιδιάρη από τις εκλογές, αφού κατά την προσφιλή του τακτική συνεχίζει να αρέσκεται να ψαρεύει σε θολά νερά, ακολουθώντας την πολιτική του «ό,τι αρπάξουμε, και από όπου νάναι» λησμονώντας ότι αυτοί που εγκαινίασαν πρώτοι ως ένοικοι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ακτιβιστή δεκανέα με το γραφικό μουστάκι, ήταν οι Γερμανοί σοσιαλιστές και κομμουνιστές και μετά ακολούθησαν και όλοι οι υπόλοιποι.
Και σε όσους χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για δήθεν αντιδημοκρατικές διαδικασίες σε σχέση με τον αποκλεισμό από τις εκλογές του κόμματος του Ηλία Κασιδιαρη, καταδικασμένου για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και πρώην πρωτοπαλίκαρου του δηλωμένου θαυμαστή του «Φυρερ», του Ν. Μιχαλολιακου, έχω να πω τούτο:
Στην μεταπολεμική Γερμανία όχι μόνο απαγορεύεται η συμμετοχή ναζιστικών κομμάτων στις εκλογές, αλλά αποτελεί και ποινικό αδίκημα η δημόσια έκφραση ναζιστικών πεποιθήσεων και απόψεων.
Διότι ναι η Δημοκρατία δεν εκδικείται, αλλά οφείλει να αυτοπροστατεύεται.
*Ο Χρήστος Γιαννακούλας είναι δικηγόρος