Skip to main content

Η ελληνική οικονομία και οι μικρές επιχειρήσεις εν μέσω επάλληλων κρίσεων

Άρθρο του προέδρου της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας Γιώργου Καββαθά για την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας

Του Γιώργου Καββαθά*

Η ελληνική οικονομία, μετά το σοκ της υγειονομικής κρίσης, βρέθηκε αντιμέτωπη με νέες ισχυρές προκλήσεις. Η εμφάνιση του πληθωρισμού, που από τα μέσα του 2021 και μετά καλπάζει, κυρίως εξαιτίας της υπέρμετρης αύξησης των τιμών ενέργειας που προκλήθηκε αρχικά λόγω της διεθνούς ενεργειακής κρίσης δημιούργησε νέες δυσκολίες και αβεβαιότητες.

Οι ανατιμήσεις, ιδίως της ενέργειας, έφεραν τις επιχειρήσεις ενώπιον τριών σοβαρών και αλληλένδετων επιπτώσεων.

Η πρώτη ήταν η σημαντική αύξηση του λειτουργικού τους κόστους. Ειδικότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2022 το κόστος ενέργειας αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 76%, το κόστος προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων κατά 43,5%, το κόστος καυσίμων οχημάτων κατά 57,8% και το κόστος προμήθειας εξοπλισμού και μηχανημάτων κατά 26,2%.

Η δεύτερη επίπτωση ήταν ο ιστορικά υψηλός αριθμός των επιχειρήσεων που αύξησαν τις τιμές πώλησης των αγαθών/υπηρεσιών. Με βάση τις έρευνες οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, οι επιχειρήσεις που δήλωσαν ανατιμήσεις διαρκώς αυξάνονται, καθώς από 6,6% που ήταν το 2ο εξάμηνο του 2020, ανήλθαν στο 23,6% το 1ο εξάμηνο του 2021, στο 34,8% το 2ο εξάμηνο του 2021 και στο 59,2% το 1ο εξάμηνο του 2022.

Η τρίτη επίπτωση αφορά στα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας που παρουσιάζουν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Επίπτωση που σχετίζεται τόσο με την αύξηση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, όσο και με τις επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης. Το πρόβλημα ρευστότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αποτυπώνεται στην αύξηση των ήδη υψηλών ποσοστών των επιχειρήσεων με μηδενικά ή αρκετά χαμηλά ταμειακά διαθέσιμα.

Η κατάσταση φαίνεται να έχει επιδεινωθεί σημαντικά από την έναρξη της πανδημίας, καθώς οι επιχειρήσεις οι οποίες τον Ιούλιο του 2022 δήλωσαν ότι είχαν μηδενικά ρευστά διαθέσιμα αντιστοιχούσαν στο 27,8% του συνόλου των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Ειδικά για τις πολύ μικρές, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων, τα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας είναι εντονότερα, με τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης διαρκώς να περιορίζεται.

Ακόμη και οι επενδύσεις, που συχνά αναφέρονται στη δημόσια συζήτηση ως σχεδόν success story κατά την τελευταία περίοδο, από τα στοιχεία φαίνεται πως αποτελούσαν κυρίως επενδύσεις προσαρμογής ή συντήρησης και λιγότερο επέκτασης ή ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, το μεγάλο μέρος των επενδύσεων ήταν μικρής κλίμακας, δεδομένου ότι το ύψος της επένδυσης για περισσότερες από 1 στις 2 επιχειρήσεις ήταν έως 5.000€, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων (περισσότερες από 8 στις 10) χρηματοδότησε την επένδυση που πραγματοποίησε με ίδια κεφάλαια. Τέλος, όσον αφορά τον ψηφιακό μετασχηματισμό των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, παρατηρείται υστέρηση στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών. Είναι χαρακτηριστικό πως από τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που έχουν ενσωματώσει νέες τεχνολογίες στη δραστηριότητά τους μόνο το 17,4% τις υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Η κατάσταση για τις κατεξοχήν εσωστρεφείς μικρές επιχειρήσεις είναι ακόμη χειρότερη αν αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το Διάμεσο Διαθέσιμο Ισοδύναμο Εισόδημα εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (στοιχεία Eurostat). Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό μέτρο ως προς τη μέτρηση της κατανομής του εισοδήματος καθώς προσδιορίζει τον βαθμό στον οποίο τα άτομα έχουν ίση πρόσβαση στα αγαθά και τις υπηρεσίες που διατίθενται σε μια εθνική οικονομία.

Στην πραγματικότητα οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν κίνδυνο διπλής ασφυξίας, αφενός λόγω της εκτίναξης του λειτουργικού τους κόστους σε ενέργεια, καύσιμα, πρώτες ύλες και αφετέρου λόγω της κατακρήμνισης των οικογενειακών εισοδημάτων που προκαλεί αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στην αγορά.

Είναι αναγκαίο λοιπόν ένα άλλο μίγμα πολιτικών που θα περιλαμβάνει στοχευμένες πολιτικές και παρεμβάσεις για τις μικρές επιχειρήσεις, με διευθέτηση των χρεών που δημιουργήθηκαν κατά τις επάλληλες και παράλληλες κρίσεις (ιδίως της πανδημίας), με μείωση των άδικων φορολογικών επιβαρύνσεων, και προφανώς με έναν διαφορετικό σχεδιασμό στην αξιοποίηση των ενωσιακών χρηματοδοτήσεων (πόροι ΕΣΠΑ,  Ταμείου Ανάκαμψης, κ.α.). Ένα σχεδιασμό που θα ενισχύσει τη ρευστότητα των μικρών επιχειρήσεων και θα δώσει πραγματική ώθηση στο πιο δοκιμασμένο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας την τελευταία 12ετία.

Η απόλυτα συγκρίσιμη με τη χώρα μας Πορτογαλία στον σχεδιασμό αξιοποίησης των αντίστοιχων πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης έχει προβλέψει ένα σημαντικό ποσοστό (~40%) να «περάσει» μέσα από εξω-τραπεζικό μηχανισμό, με στόχευση τις μικρότερες επιχειρήσεις. Επιλογή που προφανώς βασίστηκε στην ορθή διάγνωση των δυσκολιών και των προβλημάτων που δομικά αντιμετωπίζει η σχέση τραπεζικού συστήματος και μικρών επιχειρήσεων.

Οι καλές πρακτικές υπάρχουν για να τις ακολουθούμε και όχι απλά για να τις καταγράφουμε και να παραπέμπουμε σε αυτές.

* Ο Γιώργος Καββαθάς είναι πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη Voria με θέμα την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας