Της Μαριάννας Αθανασάκη*
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και επίμονα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που δεν κάνει διακρίσεις, πλήττοντας οικογένειες ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, μορφωτικού επιπέδου ή οικονομικής κατάστασης. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για φαινόμενο ευρέως διαδεδομένο, συχνά παραμένει αόρατο, κρυμμένο πίσω από κλειστές πόρτες και τείχη σιωπής. Η αύξηση των περιστατικών δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό, δεδομένου μάλιστα ότι οι πραγματικοί αριθμοί είναι ακόμα χειρότεροι.
Ως ενδοοικογενειακή βία νοείται κάθε μορφή βίας, σωματική, λεκτική, ψυχολογική, σεξουαλική, που εκδηλώνεται μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Από τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας Φύλων προκύπτει ότι το 1/3 περίπου των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας ήταν σωματική, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των δραστών ήταν σύζυγοι και σύντροφοι.
Συχνά έχει τη μορφή ψυχολογικής, λεκτικής ή οικονομικής καταπίεσης, αφήνοντας βαθιά σημάδια στην ψυχή των θυμάτων. Οι γυναίκες και τα παιδιά αποτελούν τα πιο συνηθισμένα θύματα, αφού οι γυναίκες αποτελούν τα 3/4 των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας που προχωρούν σε καταγγελία στην αστυνομία.
Τα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας διώκονται αυτεπαγγέλτως, οπότε αρκεί η καταγγελία ακόμη και από τρίτο πρόσωπο, ακόμα και ανώνυμα, για να κινηθεί η διαδικασία και να οδηγηθεί ο δράστης στο Αστυνομικό Τμήμα.
Από τα στατιστικά, μάλιστα, στοιχεία προκύπτει ότι κατά κανόνα είναι οι τρίτοι που ειδοποιούν την αστυνομία για ένα περιστατικό βίας που αντιλαμβάνονται και όχι τα μέλη της οικογένειας, τα οποία τείνουν να καλύπτουν το περιστατικό. Αυτό αποδεικνύει την ευαισθητοποίηση πλέον των πολιτών και αποτελεί τεκμήριο κοινωνικής ωριμότητας και στοιχείο αισιοδοξίας.
Από το πρώτο νομοθετικό βήμα (Νόμος 3500/2006) για την ποινικοποίηση της ενδοοικογενειακής βίας έχουν γίνει σημαντικά βήματα και το νομικό μας πλαίσιο διαρκώς ενισχύεται. Έχει ήδη ψηφισθεί η υποχρέωση των επαγγελματιών (ιατρών, παιδαγωγών, εκπαιδευτικών, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, προπονητών) να αναφέρουν αμέσως στις διωκτικές αρχές, αν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πληροφορηθούν ή διαπιστώσουν με οποιονδήποτε τρόπο ότι έχει διαπραχθεί έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας και ταυτόχρονα έχει θεσπιστεί το πλήρες ακαταδίωκτο αυτών.
Η εφαρμογή του νέου Πρωτοκόλλου από τα Αστυνομικά Τμήματα Ενδοοικογενειακής βίας για τη διαχείριση του φαινομένου που περιλαμβάνει τη μεταφορά του θύματος στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία, την ενημέρωσή του για τις υφιστάμενες δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και για τη δυνατότητα διαμονής σε ασφαλή χώρο και η παροχή της εφαρμογής Panic Button (κάθε βράδυ εγκαθίστανται περίπου 20) είναι προς την ορθή κατεύθυνση ως προς την στήριξη των θυμάτων.
Η καθιέρωση της ατομικής αξιολόγησης του περιστατικού από τις Υπηρεσίες Υποδοχής, όπως η καταγραφή των προσωπικών χαρακτηριστικών του θύματος (ηλικία, καταγωγή, οικονομική ή άλλη εξάρτηση με δράστη), το είδος και η βαρύτητα της βλάβης (σοβαρότητα, συχνότητα βλάβης), η επικινδυνότητα και υποτροπή του δράστη (απειλές για τη ζωή, εξάρτηση από αλκοόλ ή ουσίες, κατοχή όπλου, προηγούμενες καταδίκες) συμβάλλουν στην ορθότερη διαχείριση του κινδύνου με τον προσδιορισμό εξειδικευμένων για την προστασία κάθε θύματος μέτρων σε συνεργασία με όλους τους αρμόδιους φορείς.
Σημαντική πρόνοια του Νόμου για την προστασία των θυμάτων αποτελούν τα περιοριστικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν άμεσα σε βάρος του δράστη από την Δικαστική ή Εισαγγελική Αρχή, μεταξύ των οποίων είναι η απομάκρυνσή του από την οικογενειακή κατοικία, η απαγόρευση να προσεγγίζει το χώρο κατοικίας ή εργασίας του θύματος, τα σχολεία των παιδιών, τους ξενώνες φιλοξενίας, ακόμη και η συμμετοχή του δράστη σε θεραπευτικά ή συμβουλευτικά προγράμματα.
Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι «ιδιωτική υπόθεση» αλλά κοινωνική πληγή. Ο νομοθέτης έχει προχωρήσει σε σημαντικά βήματα, όμως η πραγματική μάχη θα κερδηθεί με την πλήρη εφαρμογή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου, την κατά προτεραιότητα ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων αυτών, την ενίσχυση των θεσμών υποστήριξης, την αύξηση των κοινωνικών δομών, την επίλυση των πρακτικών αναγκών των θυμάτων. Γιατί το σπίτι δεν πρέπει ποτέ να είναι χώρος φόβου· πρέπει να είναι χώρος ασφάλειας και αξιοπρέπειας.
* Η κ. Μαριάννα Αθανασάκη είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και διευθύντρια Ομίλου Νομικών Σ. Προβατά (athan.marian@gmail.com)
