Κάθε συζήτηση έχει το ενδιαφέρον της. Συνήθως, βέβαια, η φορά των πραγμάτων είναι τα συμπεράσματα και οι εκτιμήσεις των ιδιωτικών συζητήσεων να μεταφέρονται όταν υπάρχει δυνατότητα στο δημόσιο διάλογο. Να εκφράζονται, δηλαδή, ως δημόσιες απόψεις, αφού πρώτα αυτός που τις εκφέρει τις έχει δοκιμάσει στην ιδιωτική σφαίρα, στην οποία εύκολα κανείς είτε απορρίπτει μια ιδέα, είτε ενθουσιάζεται με μία άλλη, είτε αλλάζει άποψη.
Με αυτή την έννοια η πρόσφατη εκδήλωση του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, με ομιλητές τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη και τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης Αλέξανδρο Χαρίτση υπήρξε μέχρι ενός σημείου αποκαλυπτική. Κυρίως, διότι, τέτοιου είδους εκδηλώσεις κινούνται στο ενδιάμεσο των δημοσίων και των ιδιωτικών συζητήσεων. Στο μεσοδιάστημα, όπου οι απόψεις δοκιμάζονται χωρίς να είναι θεσμικά δεσμευτικές και τα επιχειρήματα ανταλλάσσονται ελεύθερα. Γι’ αυτό κρύβουν εκπλήξεις, καθώς συχνά ακούγονται από δημόσια πρόσωπα απόψεις περισσότερο προσωπικές, που στην ουσία όμως αντιπροσωπεύουν σε σημαντικό βαθμό αυτόν που τις εκφέρει.
Στην εκδήλωση του ΣΕΒΕ, την ώρα των ερωταπαντήσεων, ένα μέλος του Συνδέσμου από την Ήπειρο ζήτησε από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να σχολιάσει την άποψη ότι η Ελλάδα δε βρίσκεται σε κρίση –όπως είπε ως κρίση ορίζεται κάτι σύντομο και βίαιο-, αλλά η κοινωνία βρίσκεται ενώπιον της πραγματικότητας που –όπως είπε- «έσκασε» στα χέρια της και πλέον θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι από εδώ και πέρα θα πορευτεί σε αυτό το περιβάλλον και με αυτά τα δεδομένα. Ο κ. Δραγασάκης δεν απάντησε ευθέως, αλλά εμμέσως, αναφερόμενος στα μνημόνια με πολύ… προχωρημένο τρόπο.
Όπως είπε το πρόβλημα δεν είναι αυτό καθαυτό το μνημόνιο, αλλά οι διαδικασίες που το συνοδεύουν. «Το μνημόνιο θα μπορούσε να το ψηφίσει η Βουλή, αλλά το πρόβλημα είναι με την αυστηρή επιτήρηση των δανειστών για την τήρησή του που φτάνει στα όρια της επιτροπείας» είπε ο κ. αντιπρόεδρος, αποφεύγοντας την ουσία και επικεντρώνοντας στη διαδικασία. Υπερθεματίζοντας με τον τρόπο του έναντι του… αξέχαστου υπουργού Οικονομικών Γιάννη Βαρουφάκη, ο οποίος την εποχή της παντοδυναμίας του, δύο περίπου χρόνια πριν, είχε πει ότι συμφωνεί με το 70% των δύο μέχρι τότε μνημονίων. Στην ουσία ο αντιπρόεδρος απάντησε θετικά στην πρόταση των δανειστών να αποκτήσει η Ελλάδα –δηλαδή η κυβέρνηση- την ιδιοκτησία του μνημονίου και να το εφαρμόσει.
Είναι σαφές ότι η άσκηση εξουσίας καταλήγει αργά ή γρήγορα σε άσκηση πραγματικότητας. Προφανώς ο κ. Δραγασάκης στα δύο περίπου χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία έχει δει τι συμβαίνει στο εσωτερικό της χώρας –δημόσια διοίκηση, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, γραφειοκρατία και τα συμπαραμαρτούντα-, τι υπάρχει στην Ευρωζώνη και ποια είναι η θέση και –κυρίως- η προοπτική της Ελλάδας στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά κάποιο τρόπο υποχρεώθηκε να καταλάβει ότι η λύση του προβλήματος της χώρας –ή τέλος πάντων η προσπάθεια για λύση- δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει ριζοσπαστισμό, όχι όμως προς τις προβαλλόμενες συστηματικά τόσο προεκλογικά, όσο και μετεκλογικά αυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προς τον ορθολογισμό και τον ρεαλισμό.
Η διελκυστίνδα που υπάρχει, πλέον, είναι αν αυτή η αλήθεια θα περάσει ή δεν θα περάσει στην κοινωνία. Ο κ. Δραγασάκης ως έμπειρος πολιτικός γνωρίζει ότι οι αλήθειες δεν είναι δημοφιλείς στους Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως του τι ψηφίζουν ή πως οι ίδιοι τοποθετούν τον εαυτό τους ιδεολογικά. Δεν ήταν ούτε τις καλές ημέρες της οικονομίας και της ανάπτυξης, πολύ περισσότερο σήμερα που η καθημερινότητα εξελίσσεται σε βάσανο και οι άνθρωποι έχουν βαρεθεί και κουραστεί να ακούνε άσχημα νέα για τη ζωή τους. Συνήθως οι πολιτικοί που στην Ελλάδα κάποια στιγμή αποφασίζουν να ψελλίσουν μερικές μόνο δύσκολες αλήθειες εξαφανίζονται στη «μαύρη τρύπα» των εκλογών. Υπάρχει σχετικός κατάλογος. Κάπως έτσι ο σημερινός αντιπρόεδρος βρήκε ευκαιρία να βγάλει από μέσα του μια δύσκολη αλήθεια, δίκην εξομολογήσεως. Τουλάχιστον θα την έχει πει ημι-δημόσια. Στη Θεσσαλονίκη.