Η προοπτική ίδρυσης Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας βρέθηκε στο επίκεντρο του πάνελ στο πλαίσιο του Star Forum, με τίτλο «Η Στερεά Ελλάδα στον ακαδημαϊκό χάρτη του μέλλοντος: Πανεπιστήμιο Στερεάς - Ουτοπία ή ρεαλιστική στόχευση;», αναδεικνύοντας τη σημασία του ζητήματος για την ανάπτυξη της περιφέρειας.
Ο δήμαρχος Λεβαδέων, Δημήτρης Καραμάνης, υπογράμμισε ότι «η ίδρυση ενός κρατικού πανεπιστημίου αποτελεί βασική προτεραιότητα», επισημαίνοντας ωστόσο πως «το ένα δεν αποκλείει το άλλο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνύπαρξης με άλλες μορφές ανώτατης εκπαίδευσης. Τόνισε ότι η Στερεά Ελλάδα είναι η μοναδική Περιφέρεια χωρίς αυτόνομη πανεπιστημιακή έδρα, γεγονός που δημιουργεί αναπτυξιακό έλλειμμα, ενώ ανέδειξε τον ρόλο του πανεπιστημίου ως φορέα «ζύμωσης ιδεών και ανανέωσης της τοπικής κοινωνίας».
Από την πλευρά του, ο βουλευτής (ανεξάρτητος) Γιάννης Σαρακιώτης, σημείωσε ότι το ζήτημα «δεν είναι θέμα ταμπέλας», αλλά ουσίας, τονίζοντας πως ένα δημόσιο πανεπιστήμιο αποτελεί «πηγή γνώσης και κοιτίδα πολιτισμού». Παρέθεσε στοιχεία που δείχνουν υστέρηση της Περιφέρειας σε έρευνα και καινοτομία και έθεσε το ερώτημα «τι θα συγκρατήσει τον πληθυσμό αν όχι ένα πανεπιστήμιο», συνδέοντας άμεσα την εκπαίδευση με την αναπτυξιακή και δημογραφική προοπτική.
Ο γ.γ. Ανώτατης Εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας, Οδυσσέας-Ιωάννης Ζώρας, ανέδειξε τη σύνθετη φύση του εγχειρήματος, επισημαίνοντας ότι «η πολιτική βούληση είναι το τελικό στάδιο» και ότι απαιτείται τεκμηριωμένος σχεδιασμός με βάση την «αναγκαιότητα και τη βιωσιμότητα». Τόνισε επίσης ότι «δεν μιλάμε πλέον για εθνική αλλά για παγκόσμια αγορά εκπαίδευσης», ενώ πρότεινε μοντέλα συνεργασίας και ανάπτυξης με εξειδικευμένα γνωστικά αντικείμενα.
Κοινή συνισταμένη των παρεμβάσεων αποτέλεσε η ανάγκη για στρατηγικό σχεδιασμό, ενιαία διεκδίκηση και σαφή πολιτική κατεύθυνση, ώστε το εγχείρημα να περάσει από τη θεωρία στην πράξη.
Ειδικότερα την ανάγκη ίδρυσης ενός πανεπιστημίου στη Στερεά Ελλάδα ανέδειξε ο δήμαρχος Λεβαδέων και πρόεδρος της επιτροπής διεκδίκησης των δήμων της περιφέρειας, Δημήτρης Καραμάνης, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της ανώτατης εκπαίδευσης για την περιφερειακή ανάπτυξη και τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών.
Ανατρέχοντας στην προσωπική του εμπειρία, σημείωσε ότι ως νεαρός δημοτικός σύμβουλος είχε ζήσει την προσπάθεια ίδρυσης πανεπιστημιακού τμήματος στη Λιβαδειά, γεγονός που του επέτρεψε να κατανοήσει σε βάθος τη σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος. «Ο πρώτος στόχος είναι η ίδρυση ενός κρατικού πανεπιστημίου», τόνισε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «το ένα δεν αποκλείει το άλλο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνύπαρξης και άλλων μορφών ανώτατης εκπαίδευσης. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «δεν διακατεχόμαστε από ιδεοληψίες του τύπου 'ή δημόσιο ή τίποτα'».
Ο κ. Καραμάνης υπογράμμισε ότι η Στερεά Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική Περιφέρεια της χώρας χωρίς αυτόνομη πανεπιστημιακή έδρα, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές ανισότητες. «Είναι εντελώς διαφορετικό να υπάρχουν διάσπαρτα τμήματα και εντελώς διαφορετικό να υπάρχει μια έδρα πανεπιστημίου», σημείωσε, εξηγώντας ότι μόνο με μια τέτοια δομή μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένος σχεδιασμός εκπαιδευτικής πολιτικής, προσαρμοσμένος «στις ανάγκες, τη δυναμική και την προοπτική της Περιφέρειας».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η συμβολή ενός πανεπιστημίου δεν περιορίζεται στην οικονομία. «Δεν είναι το πρώτο ούτε το πιο σημαντικό να μιλάμε για ενοίκια και κατανάλωση», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η ουσία βρίσκεται αλλού. Όπως εξήγησε, «η ύπαρξη πανεπιστημίου δημιουργεί ζύμωση και αλληλεπίδραση», φέρνοντας σε επαφή ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, εμπειριών και πολιτισμικών καταβολών. Αυτή η διαδικασία, όπως τόνισε, οδηγεί σε «ανανέωση ιδεών και αντιλήψεων» και ενισχύει τη συνολική δυναμική της τοπικής κοινωνίας.
Παράλληλα, χαρακτήρισε το πανεπιστήμιο βασικό πυλώνα για την περιφερειακή ανάπτυξη, επισημαίνοντας την αντίφαση που υπάρχει όταν η συζήτηση για την ανάπτυξη δεν περιλαμβάνει την ανώτατη εκπαίδευση. «Είναι αδήριτη ανάγκη να αποκτήσει η Στερεά το δικό της πανεπιστήμιο», ανέφερε.
Κλείνοντας, στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη σωστής προετοιμασίας, τονίζοντας ότι «δεν μπορούμε να βάλουμε το κάρο μπροστά από το άλογο». Όπως είπε, απαιτούνται ολοκληρωμένες μελέτες και τεκμηριωμένος σχεδιασμός, που θα πείσουν την πολιτεία και την ακαδημαϊκή κοινότητα για τη βιωσιμότητα και τη σημασία του εγχειρήματος.
Ο βουλευτής Φθιώτιδας, Γιάννης Σαρακιώτης, που μετείχε στο πάνελ, ανέδειξε τη σημασία ίδρυσης ενός δημόσιου πανεπιστημίου στη Στερεά Ελλάδα, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ένα ζήτημα μείζονος σημασίας που «σε καμία περίπτωση δεν είναι θέμα ταμπέλας». Όπως τόνισε, η υποβάθμιση της συζήτησης σε επιμέρους οικονομικά οφέλη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική διάσταση του ζητήματος.
«Ευτελίζουμε την έννοια του δημόσιου πανεπιστημίου όταν το συνδέουμε μόνο με ενοίκια και καταστήματα εστίασης», σημείωσε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι ο ρόλος του είναι πολύ ευρύτερος, καθώς αποτελεί «πηγή γνώσης, κοιτίδα πολιτισμού» και βασικό πυλώνα για την ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η απουσία πανεπιστημιακής έδρας δημιουργεί σοβαρό αναπτυξιακό έλλειμμα για την Περιφέρεια.
Ο κ. Σαρακιώτης παρέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία, επισημαίνοντας ότι οι επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία στη Στερεά Ελλάδα «αγγίζουν μόλις το 1%», όταν ο εθνικός μέσος όρος είναι σημαντικά υψηλότερος, ενώ καταγράφεται και «πτώση της καινοτομίας κατά 6%». Επιπλέον, υπογράμμισε ότι η Περιφέρεια εμφανίζει «το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης υψηλά καταρτισμένων εργαζομένων», γεγονός που εντείνει τη φυγή νέων επιστημόνων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό.
«Τι θα συγκρατήσει τον πληθυσμό αν όχι ένα δημόσιο πανεπιστήμιο;» διερωτήθηκε, θέτοντας στο επίκεντρο τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τη δημογραφική και αναπτυξιακή προοπτική. Όπως σημείωσε, χωρίς ενίσχυση του ακαδημαϊκού και ερευνητικού αποτυπώματος, δεν μπορούν να δημιουργηθούν ουσιαστικά κίνητρα παραμονής ή επιστροφής των νέων.
Αναφερόμενος στην πολιτική διάσταση του θέματος, τόνισε ότι «είναι πρωτίστως θέμα πολιτικής βούλησης», επισημαίνοντας αντιφάσεις στον δημόσιο λόγο και καθυστερήσεις σε κρίσιμες αποφάσεις. Υπενθύμισε μάλιστα ότι η κατάργηση του Πανεπιστημίου Στερεάς Ελλάδας το 2013, αποτέλεσε επίσης πολιτική επιλογή, ενώ έκανε λόγο για έλλειψη συνέχειας στον σχεδιασμό.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η διεκδίκηση πρέπει να είναι «συνεχής και σε ανώτατο επίπεδο», με σαφή στόχευση και ενιαίο μήνυμα προς την πολιτεία. Τόνισε επίσης την ανάγκη επανασύστασης θεσμικών εργαλείων που θα συμβάλουν στη μελέτη και τεκμηρίωση της ίδρυσης πανεπιστημίου.
Τέλος, επισήμανε ότι η ανάπτυξη της ανώτατης εκπαίδευσης οφείλει να συνδεθεί με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής, προτείνοντας τη δημιουργία εξειδικευμένων τμημάτων σε τομείς όπως ο πολιτισμός, ο τουρισμός και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. «Το υπουργείο Παιδείας πρέπει να δει τον εκπαιδευτικό χάρτη και να προσαρμόσει τις δομές στις ανάγκες της Στερεάς Ελλάδας», κατέληξε.
Τέλος την ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχεδιασμό γύρω από την ίδρυση πανεπιστημίου στη Στερεά Ελλάδα ανέδειξε ο Οδυσσέας-Ιωάννης Ζώρας, χαρακτηρίζοντας το εγχείρημα «μια εξαιρετικά ταλαιπωρημένη υπόθεση» που απαιτεί σοβαρή προετοιμασία και στρατηγική προσέγγιση.
Όπως σημείωσε, η συζήτηση για την ίδρυση πανεπιστημίου δεν μπορεί να εξαντλείται στην πολιτική βούληση. «Η πολιτική βούληση είναι το τελικό στάδιο», τόνισε, εξηγώντας ότι προηγείται μια σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει τη διερεύνηση της αναγκαιότητας, την ανάλυση των πληθυσμιακών δεδομένων και τον προσδιορισμό των κατάλληλων γνωστικών αντικειμένων. «Πρέπει να δούμε την αναγκαιότητα και τη βιωσιμότητα», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι χωρίς τεκμηρίωση δεν μπορεί να προχωρήσει ένα τέτοιο εγχείρημα.
Ο κ. Ζώρας επεσήμανε ότι σε διεθνές επίπεδο υπάρχει μια αναλογία περίπου «ένα πανεπιστήμιο ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους», τονίζοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη μεγάλο αριθμό ιδρυμάτων. Για τον λόγο αυτό, πρότεινε την ανάπτυξη «clusters πανεπιστημίων ανά Περιφέρεια», ώστε να ενισχυθεί η ποιότητα και να αποφευχθεί η κατακερματισμένη λειτουργία, δίνοντας έμφαση στη συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδρυμάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διεθνή διάσταση της ανώτατης εκπαίδευσης. «Δεν μιλάμε πλέον για εθνική αγορά εκπαίδευσης, αλλά για παγκόσμια» σημείωσε, τονίζοντας ότι τα πανεπιστήμια αξιολογούνται μέσα από διεθνή rankings και καλούνται να ανταγωνιστούν κορυφαία ιδρύματα του εξωτερικού. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε ότι «ένα πανεπιστήμιο πρέπει να γίνει ελκυστικό από τα αντικείμενά του», επισημαίνοντας πως η ποιότητα των σπουδών και η σύνδεσή τους με σύγχρονες ανάγκες είναι ο βασικός παράγοντας προσέλκυσης φοιτητών.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι «τα πανεπιστήμια δεν είναι γραφεία εύρεσης εργασίας», αλλά θεσμοί που παράγουν γνώση, καινοτομία και πολιτισμό. Συμφώνησε δε, ότι η συζήτηση δεν πρέπει να «ευτελίζεται» σε οικονομικούς δείκτες, όπως η κατανάλωση ή η ενίσχυση της τοπικής αγοράς, καθώς τα οφέλη είναι πολύ βαθύτερα και αφορούν την πνευματική και επιστημονική ανάπτυξη των κοινωνιών.
Αναφερόμενος στις δυνατότητες ανάπτυξης στη Στερεά Ελλάδα, τόνισε ότι υπάρχουν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως ο ισχυρός βιομηχανικός ιστός και ο τουρισμός, που μπορούν να στηρίξουν σύγχρονα και εξειδικευμένα γνωστικά αντικείμενα. Όπως σημείωσε, τομείς όπως ο τουρισμός, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα big data και η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρουν ευκαιρίες για τη δημιουργία καινοτόμων ακαδημαϊκών προγραμμάτων.
Ο κ. Ζώρας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνύπαρξης δημόσιων και μη κρατικών πανεπιστημίων, επισημαίνοντας ότι «υπάρχουν δυνατότητες κρατικές και ιδιωτικές που μπορούν να τρέξουν παράλληλα», χωρίς να λειτουργούν ανταγωνιστικά. Μάλιστα, αναφέρθηκε και σε διεθνή παραδείγματα, όπου πανεπιστήμια αναπτύσσονται με τη στήριξη τοπικών φορέων, ακόμη και της εκκλησίας, ως μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος εκπαίδευσης και ανάπτυξης.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ίδρυση ενός ακόμη ιδρύματος, αλλά η δημιουργία ενός «κραταιού πανεπιστημίου», ικανού να ανταποκριθεί στις διεθνείς απαιτήσεις και να αποτελέσει πραγματικό μοχλό ανάπτυξης για την περιοχή και τη χώρα συνολικά, με σταθερή στρατηγική, ποιότητα και εξωστρέφεια.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ