H καθυστέρηση στη διαπραγμάτευση για τη δεύτερη αξιολόγηση, ανεξαρτήτως αν οι ευθύνες είναι της ελληνικής πλευράς ή της πλευράς των δανειστών, έχει ένα δεδομένο αποτέλεσμα: οδήγησε την Ελλάδα και πάλι σε εξαιρετικά αδύναμη θέση. Κι αυτό το αντιλαμβάνονται όλοι, και εκτός του οικονομικού επιτελείου, στην κυβέρνηση.
Και μπορεί το Μέγαρο Μαξίμου να μεταδίδει ότι η κυβέρνηση διαθέτει ταμειακά διαθέσιμα για αρκετούς μήνες και δεν επείγεται για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, σε αντίθεση με ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, που οδεύουν προς εκλογικές αναμετρήσεις και δεν επιθυμούν συνθήκες αστάθειας στην Ευρωζώνη, αλλά η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Η διαφαινόμενη προοπτική η διαπραγμάτευση να διαρκέσει πέραν του Μαρτίου, έχει αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες για το Μέγαρο Μαξίμου. Και αυτό γιατί:
Πρώτον, είναι ορατός ο κίνδυνος η Ελλάδα να χάσει για μία ακόμη φορά το τρένο της ποσοτικής χαλάρωσης τον Απρίλιο. Δεύτερον, με τη συνέχιση του κλίματος αβεβαιότητας σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο εκφράζονται φόβοι ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι χαμηλότεροι των προβλέψεων του προϋπολογισμού.
Μάλιστα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών μπορεί να ενισχύσουν τη φοροδιαφυγή, ακόμη και κυβερνητικά στελέχη στις κατ' ιδίαν συζητήσεις τους δεν αποκλείουν η κυβέρνηση να μην επιτύχει καν τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 1,75% του ΑΕΠ το 2017, με αποτέλεσμα να βρεθεί ενώπιος ενωπίω με την ενεργοποίηση του «κόφτη». Κάτι τέτοιο όμως εκτιμάται ότι θα σηματοδοτήσει και το πολτικό της τέλος.