Του Γιώργου Κατοστάρη*
Πριν από λίγο περισσότερο από πέντε χρόνια, τα ταξίδια σε μεγάλο μέρος του κόσμου σταμάτησαν. Οι κυβερνήσεις -ιδίως στις ανεπτυγμένες / πλούσιες χώρες- έκλεισαν τα σύνορα για μετανάστες και τρίτους. Η υγειονομική κρίση απέδειξε πως, όταν χρειαζόταν, τα κάποτε πορώδη σύνορα μπορούσαν να σφραγιστούν. Ενώ οι πολιτικοί δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το οικονομικό, κοινωνικό ή άλλο κόστος, στην πραγματικότητα μπορούσαν να κρατήσουν έξω τους ‘ενοχλητικούς’ ξένους.
Όταν οι ιστορικοί αναλύουν τις συνέπειες της πανδημίας covid, η επίδρασή της στην μεταναστευτική πολιτική αξίζει αναμφίβολα μια ειδική αναφορά. Αποκάλυψε στους ψηφοφόρους πώς τα προηγούμενα, υψηλά επίπεδα μετανάστευσης προς τις πλούσιες χώρες ήταν μια πολιτική επιλογή. Οι εκλεγμένοι ηγέτες, που είχαν επιλέξει να διατηρήσουν τη ροή των μεταναστών για δεκαετίες ολόκληρες, μπορούσαν, άλλωστε, να επιλέξουν διαφορετικά.
Η μετανάστευση για πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα και η διαχείρισή της απασχολεί ιδιαίτερα τις κυβερνήσεις. Bρισκόμαστε, όμως, πλέον, μπροστά σε ένα σημείο καμπής τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και τοπικό. Πριν από μερικές δεκαετίες, το ποσοστό των αλλοδαπών που γεννήθηκαν στο σύνολο του πληθυσμού αποτελούσαν σχεδόν 10% στη Βρετανία και 13% στην Αμερική, ποσοστά σχεδόν ρεκόρ.
Αν και τάσσομαι υπέρ του φιλελεύθερου επιχειρήματος ότι η ελευθερία μετακίνησης φέρνει τα μεγαλύτερα οφέλη, ακόμη και τότε ήταν προφανές ότι συσσωρευόταν μια ισχυρή πολιτική αντίδραση. Σήμερα, το ποσοστό των αλλοδαπών που γεννήθηκαν είναι ακόμη υψηλότερο: Τόσο στη Βρετανία όσο και στην Αμερική υπολογίζεται στο 16%, όντας αυξανόμενο.
Εν τω μεταξύ, και για διάφορους λόγους, η δύναμη των αντιμεταναστευτικών, λαϊκιστών πολιτικών παντού είναι εξαιρετικά μεγαλύτερη απ’ ότι στο παρελθόν. Τώρα οι πολιτικοί υιοθετούν μια πολύ πιο σκληρή προσέγγιση. Αυτό έχει συμβεί και στο παρελθόν. Μέχρι πριν από έναν αιώνα, η Αμερική έβλεπε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων και Κινέζων οικονομικών μεταναστών. Στη συνέχεια, ωθούμενη από το δημόσιο άγχος και τους πολιτικούς που ήταν εχθρικοί προς τους ξένους, η χώρα έκλεισε τις πόρτες της απότομα. Χρειάστηκαν αρκετές δεκαετίες, μέχρι τη δεκαετία του 1960, πριν ξαναρχίσουν οι υψηλές ροές.
Σήμερα σχεδόν κανένας παράνομος μετανάστης δεν διασχίζει από το Μεξικό την Αμερική, ακριβώς τη στιγμή που ο αριθμός των απελάσεων έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Η αλλαγή ξεκίνησε καθυστερημένα επί προεδρίας Μπάιντεν και εντάθηκε υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, το 2025. Μια ολοένα και πιο δυναμική στρατιωτική ανάπτυξη εξηγεί εν μέρει την αλλαγή. Οι Ευρωπαίοι, που μπορεί να αντιδρούν σε μια τέτοια βαρβαρότητα, θα πρέπει να συνυπολογίσουν ότι κάτι πολύ παρόμοιο συμβαίνει στα νότια της ηπείρου μας. Ένα «αόρατο τείχος» και στα δύο μέρη, σε συνδυασμό με την αυξημένη πίεση στις γειτονικές χώρες, πνίγει τη ροή των μεταναστών.
Τι θα γίνει αν αυτή η μείωση διαρκέσει για χρόνια ή και δεκαετίες; Θα πρέπει να γίνει ευκολότερο να εκτονωθεί το άγχος ορισμένων ψηφοφόρων εάν το μερίδιο των πληθυσμών που γεννήθηκαν στο εξωτερικό σταματήσει να αυξάνεται. Και οι δημοκρατίες πρέπει να ανταποκριθούν στους ψηφοφόρους τους. Θα είναι επίσης ίσως ευκολότερο να ενσωματωθούν πλήρως οι υπάρχοντες μετανάστες. Αλλά το οικονομικό και κοινωνικό κόστος θα είναι ήταν πιθανώς υψηλό.
Χωρίς τους ξένους να συμπληρώνουν τους αριθμούς, σχεδόν κάθε πλούσια χώρα θα άρχιζε να βλέπει τον πληθυσμό της να μειώνεται. Γερνούν ήδη γρήγορα. Η μέση ηλικία ενός Αμερικανού τη δεκαετία του 1920 ήταν περίπου 25 έτη ενώ σήμερα είναι πάνω από 39. Οι άνθρωποι βασίζονται πολύ περισσότερο από πριν στην υγεία, στις συντάξεις και τα συστήματα περίθαλψης, τα οποία, με τη σειρά τους, βασίζονται σε ξένο προσωπικό.
Η προβληματική κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών (ίσως η μεγαλύτερη αιτία δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων) είναι πιθανό να επιδεινωθεί περαιτέρω χωρίς τη βοήθεια των μεταναστών. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι θα συμβεί εάν οι μετανάστες σταματήσουν να έρχονται - αλλά οι πλούσιες χώρες μπορεί να είναι οι πρώτες που θα το ανακαλύψουν.
Από τη μία υπάρχει - και καλλιεργείται - φόβος για τη δημογραφική σύνθεση της χώρας όπως και της Ευρώπης συνολικά. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα για την εγκληματικότητα, τον εξισλαμισμό και την τρομοκρατία. Από την άλλη οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν δείχνουν να διαθέτουν δυναμικό που να θέλει να ασχοληθεί με δουλειές που πλέον παραδοσιακά γίνονται από μετανάστες. Δουλειές που έχουν καταστεί αναγκαίες και αποφέρουν και σημαντικά εισοδήματα.
Ίσως βέβαια αυτή η περίοδος να μην αποτελέσει καμπή και να συνεχισθεί η εισροή μεταναστών τόσο για ανθρωπιστικούς όσο και για οικονομικούς λόγους. Άλλωστε ίσως στο μέλλον να είναι αμφοτερόπλευρη αυτή η σχέση. Και να μη μιλάμε πλέον για εισροές, απλά οι μετακινήσεις να είναι διάχυτες και σε αναδυόμενες χώρες από Ευρωπαίους και Αμερικανούς.

*Ο Γιώργος Κατοστάρης είναι επενδυτής κεφαλαίων, με MBA, MSc in International Business