Πέντε βασικές πληθυσμιακές ομάδες είναι οι κύριοι ωφελούμενοι των χτεσινών μέτρων που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ως ανάχωμα στη συνεχιζόμενη κρίση ακρίβειας, την ενεργειακή και οικονομική κρίση.
Η μεγαλύτερη αυτών των ομάδων είναι οι οικογένειες με παιδί. Δεν αφορά σε όλους, αφορά όμως σε περίπου ένα εκατομμύριο οικογένειες ή σε περίπου 3 εκατομμύρια πολίτες. Θα πάρουν 150 ευρώ το παιδί οι οχτώ στους δέκα που έχουν έστω και ένα τέκνο.
Οι άλλες ομάδες είναι όσοι έχουν από παλιά ιδιωτικό χρέος και είναι υπερχρεωμένοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, κάποιοι περισσότεροι από όσους μένουν στο νοίκι και οι αγρότες.
Επιλογή του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, της κυβέρνησης και ειδικότερα του οικονομικού επιτελείου ήταν ένας ισορροπημένος τρόπος κατανομής της επιστροφής του πλεονάσματος στην κοινωνία. Εκείνοι που -κατά την κυβέρνηση- έχουν ανάγκη παίρνουν μόνιμη ενίσχυση, ενώ στις άλλες περιπτώσεις (συγκυριακά σε δεινότερη κατάσταση) παίρνουν εφάπαξ.
Αυτά τα μέτρα κρίθηκαν αναγκαία, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, λόγω της έντασης της οικονομικής κρίσης από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή κι από τη συνέχιση της ακρίβειας, που επίσης τροφοδοτήθηκε περαιτέρω από τον πόλεμο. Και ήταν παρεμβάσεις στοχευμένες.
Το ερώτημα είναι εάν τα μέτρα που ανακοινώθηκαν χτες είναι αρκετά για να σταθεί όρθια η κοινωνία. Εδώ την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην ανακοίνωσή τους: «Γνωρίζω ότι πολλοί θα ισχυριστείτε ότι τα μέτρα είναι ανεπαρκή. Πράγματι, κανένα κράτος, όσο ισχυρό και να είναι, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του τις συνέπειες μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Είναι όμως το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε χωρίς να διαταράξουμε την οικονομική ισορροπία που με τόσο κόπο κατακτήσαμε».
Και κάπου εδώ μπαίνουν ερωτήματα, ειδικά από όσους μένουν εκτός ωφέλειας και κριτική από την αντιπολίτευση. Το βασικό και λογικό ερώτημα είναι ότι το υπολογιζόμενο πλεόνασμα ήταν κάπου στα 9 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει διότι λίγο πριν ανακοινώσει τα μέτρα ο πρωθυπουργός το πλεόνασμα βρέθηκε πάνω από τα 12 δισ. ευρώ. Άρα το μισό δισ. νέων παροχών υπολείπεται πολύ της υπέρβασης του πλεονάσματος. Κι αυτό από μόνο του δημιουργεί έναν προβληματισμό. Δεν νομίζω ότι είναι λίγοι εκείνοι που περίμεναν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του υπερπλεονάσματος να επιστραφεί στην κοινωνία.
Η στόχευση του κ. Μητσοτάκη είναι προφανώς και εκλογική. Στηρίζει γι' ακόμα μια φορά την κοινωνία όταν το έχει περισσότερο ανάγκη.
Σε συνέχεια των ενισχύσεων που έδωσε στη ΔΕΘ και οι οποίες όντως έχουν αντίκτυπο στα εισοδήματα ήδη. Τότε η στόχευση ήταν προς τη μεσαία τάξη. Ο πρωθυπουργός φώναξε πως η κυβέρνηση είναι εδώ γι' αυτούς και μάλιστα με διευρυμένα εισοδηματικά κριτήρια.
Χτες, διεύρυνε ακόμα περισσότερο την ενίσχυση προς τους πιο αδύναμους, οι οποίοι και πάλι ήρθαν στο σημείο να μην τα βγάζουν πέρα, παρά τις προσπάθειες που προηγήθηκαν.
Αν συμπεριλάβει κάποιος συνεπώς τα νέα μέτρα και τα highlights της ΔΕΘ θα διαπιστώσει ότι με τη μείωση φόρου εισοδήματος και την αύξηση του κατώτατου μισθού, πράγματι ενισχύονται σημαντικά τα διαθέσιμα εισοδήματα και διευρύνονται προφανώς εκείνοι που ωφελούνται.
Και οι πληροφορίες λένε ότι στην πορεία προς τις εκλογές θα έχουμε κι ένα άνοιγμα στους δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι περιμένουν τον 13ο μισθό έστω και όχι στο σύνολό του. Αν τα πηγαίνουν έτσι τα δημόσια οικονομικά μάλλον κι αυτό θα είναι σε θέση να το κάνει η κυβέρνηση.
Επίσης, κάποια από τα μέτρα όπως προαναφέραμε είναι προσωρινά. Κι αυτό θα είναι από σήμερα ένα θέμα στη δημόσια συζήτηση.
Ο κ. Μητσοτάκης έκανε μια στοχευμένη επιλογή. Γνωρίζει καλύτερα τι θα καρπωθεί εκλογικά από τα νέα μέτρα και προφανώς τα έχει ζυγίσει τα πράγματα. Για την επιλογή του όμως θα κριθεί αυστηρά αρχικώς από την αντιπολίτευση και φυσικά από την κοινωνία.
Για την επιλογή να μην υιοθετήσει μέτρα, τα οποία αποτελούν και σύσταση της ΕΕ προς τα κράτη μέλη και τις κυβερνήσεις τους, «συγκυριακά» από χτες. Μέτρα πιο φιλολαϊκά σε σχέση με εκείνα που ανακοινώθηκαν. Ίσως όμως πολύ βαριά για την («ισχυρή» κατά τα άλλα) ελληνική οικονομία.
Μέτρα που ίσως να έκαναν περισσότερο γκελ και σε περισσότερους. Όπως οι λεγόμενες προληπτικές παρεμβάσεις. Η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, η μείωση του ΦΠΑ για παράδειγμα κι ας ήταν προσωρινού χαρακτήρα, για όσο διαρκεί αυτή η κρίση που βιώνουν στο πετσί τους όλα τα νοικοκυριά, ακόμα που κι εκείνα θεωρούνται ευκατάστατα για την κυβέρνηση και για το οικονομικό επιτελείο. Επειδή η κριτική αυτή δεν είναι καινούργια για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, γνωρίζουμε και την απάντηση. Ότι δεν φτάνουν τέτοιου τύπου μειώσεις στον τελικό καταναλωτή και ευνοούνται άλλοι. Όμως αυτό είναι μια παραδοχή στρεβλής λειτουργίας της αγοράς και να τη φέρει στον ίσιο δρόμο υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση. Και στο φινάλε μια δοκιμή μείωσης του ΦΠΑ για ένα μικρό διάστημα και απολογισμού των αποτελεσμάτων του δεν θα τίναζε και στον αέρα τα δημόσια οικονομικά... Στα προσωρινά μέτρα θα εντασσόταν...
Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα μας σε σχέση με τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα φιγουράρει ανάμεσα στις μόλις πέντε μεταξύ των 27 χωρών μελών της ΕΕ που αρνείται να υιοθετήσει ένα τέτοιο μέτρο.
Επίσης, κριτική θα δεχτεί η κυβέρνηση και για επιδοματικού τύπου οικονομική πολιτική. Μια κυβέρνηση που είχε κάνει σημαία της αντιπολίτευσής της προς την «πρώτη φορά Αριστερά» τα επιδόματα πάσης φύσεως όταν δεν είχε στα χέρια της τα ηνία της χώρας...
Και η κριτική φυσικά που άρχισε από χτες ότι δεν είναι αρκετά ούτε αυτά τα μέτρα για να στηρίξουν ουσιαστικά την κοινωνία. Και ποια θα ήταν άραγε;