Μέχρι πότε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα εξακολουθεί να αγοράζει υποστηρικτικά ελληνικά ομόλογα; Μέχρις ότου η χώρα να αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα, είναι η απάντηση που δίνεται από τη Φρανκφούρτη, αρμοδίως. Και είναι τόσο κατηγορηματική, που δεν επιτρέπει σε κανέναν καμία αμφισβήτηση. Το γεγονός λειτουργεί ανακουφιστικά για το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης στην Αθήνα. Για πολλούς λόγους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι προφανείς, όπως προέκυψε κι από την αναβάθμιση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από την S&P την Παρασκευή.
Κι αυξάνει τη δικλείδα ασφαλείας, όταν συνδυάζεται με μια άλλη παρέμβαση – προειδοποίηση: Αυτή της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, προς τις αγορές που έγινε πρόσφατα και με την οποία τις καλούσε να μην τολμήσουν να μετρήσουν τις αντοχές της κεντρικής τράπεζας, γιατί «θα καούν». Το έχουν ξαναπάθει άλλωστε, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης, δημοσιονομικής κρίσης.
Την ίδια ώρα, στην κυβέρνηση κάνουν ό,τι μπορούν για να ενισχύσουν τις ελληνικές άμυνες. Η εντολή του Μεγάρου Μαξίμου είναι ξεκάθαρη: Να βρεθούν τρόποι ενίσχυσης της ανάπτυξης πέραν του προβλεπόμενου. Για παράδειγμα, το ελληνικό σχέδιο για το Ταμείο Ανάκαμψης, που παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό προσφάτως, θα λειτουργήσει ανακουφιστικά από πολλές απόψεις.
Η αντιπολίτευση ισχυρίζεται ότι η διαδικασία συζήτησης και ψήφισης του από τη Βουλή ήταν εξπρές και προκάλεσε ένταση με την αντιπολίτευση. Το ΚΙΝΑΛ, ας πούμε, ήθελε πρώτα να συζητηθεί ως προς τη διαμόρφωση του και μετά να κατατεθεί – ψηφισθεί. Αυτό, όμως, θα συνεπάγονταν καθυστέρηση και στην κυβέρνηση έχουν προϋπολογίσει ότι εκεί γύρω στα μέσα Ιουνίου θα εισπράξουν τα πρώτα 4 – 4,5 δις από το πακέτο. Και κάπως έτσι δεν επιτεύχθηκε κι εδώ η συναίνεση.