Skip to main content

Η στροφή της ΕΕ στην ανταγωνιστικότητα και την άμυνα ως βασικές προτεραιότητες για τα επόμενα χρόνια

Οι υπόλοιποι τομείς πολιτικής θα στερηθούν πολύτιμων χρηματοδοτήσεων, καθώς οι πόροι θα στραφούν κυρίως για την ενίσχυση των δύο προτεραιοτήτων. Τι βλέπουν αξιωματούχοι της ΕΕ και ευρωβουλευτές.

Στην ανταγωνιστικότητα και την άμυνα ασφάλεια αναμένεται να στραφούν τα κονδύλια της ΕΕ κατά προτεραιότητα, τόσο στο τρέχον, όσο και στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.

Αυτές οι νέες προτεραιότητες αλλάζουν ριζικά τον οδικό χάρτη της ενωμένης Ευρώπης, καθώς οι υπόλοιποι τομείς θα χρειαστεί να επιτύχουν τους στόχους τους με περιορισμένους πόρους τουλάχιστον μετά την επόμενη διετία.

Δυο είναι τα ορόσημα και είναι μπροστά μας. Το πρώτο είναι η αναθεώρηση του τρέχοντος Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, που έρχεται το αμέσως επόμενο διάστημα. Εκεί δεν πρόκειται να αφαιρεθούν πόροι από δρομολογημένα έργα και δράσεις, όμως οι αδιάθετοι πόροι (που δεν είναι και λίγοι) θα διατεθούν κατά προτεραιότητα στις δυο νέες προτεραιότητες. Το δεύτερο ορόσημο είναι το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Δηλαδή οι πόροι από το 2028 (που τυπικά αρχίζει η επόμενη Προγραμματική Περίοδος) και για τα επόμενα επτά χρόνια (δέκα με τον κανόνα ν+3). Μια πρώτη εικόνα θα έχουμε κατά πάσα πιθανότητα τον Ιούλιο. Κι εκεί με τα σημερινά δεδομένα αναμένεται να έχουμε σημαντικές ανατροπές, δεδομένων των δυο προτεραιοτήτων (ανταγωνιστικότητας και άμυνας – ασφάλειας).

Οι αντιπροσωπείες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα διοργάνωσαν δημοσιογραφική αποστολή στα δυο κορυφαία όργανα της ΕΕ και αν σε κάτι συμφώνησαν όλοι οι αξιωματούχοι της ΕΕ και οι ευρωβουλευτές είναι αυτή η πορεία. Δεν είναι τυχαίο ότι μια πρόγευση είχε δώσει ήδη η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ούτε ότι ήδη όλοι οι Επίτροποι αναδιαμορφώνουν τον προγραμματισμό τους ώστε να προσαρμόσουν τους σχεδιασμούς τους στις νέες προτεραιότητες.

Οι οποίες δεν προέκυψαν τυχαία. Η ανταγωνιστικότητα ήρθε ως αποτέλεσμα του «κυνηγιού» της βιωσιμότητας τα προηγούμενα χρόνια και ως αποτέλεσμα της ανάγκης η ΕΕ να προσαρμοστεί στα παγκόσμια δεδομένα που την έχουν φέρει σε υποχώρηση σε σχέση με την ανταγωνιστικότητά της. Με σημαντικές, όπως είναι αντιληπτό, επιπτώσεις στα οικονομικά των ευρωπαϊκών νοικοκυριών και στην πορεία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας που βαίνει ολοένα σε περαιτέρω συρρίκνωση. Η ΕΕ χάνει σε ανταγωνισμό σε σχέση με την Κίνα και πλέον και με τις ΗΠΑ σε μια σειρά από κρίσιμους κλάδους της οικονομίας. Κάτι που στην Ελλάδα το έχουμε ζήσει με την αποβιομηχάνιση πριν από δεκαετίες, με αποτέλεσμα η χώρα σταδιακά να αλλάξει μοντέλο στην πραγματική οικονομία της. Να περιοριστεί η παραγωγή και να θεριέψουν οι υπηρεσίες. Το μοντέλο αυτό όμως αποδείχτηκε ότι έχει αρνητικές επιπτώσεις. Αυτό θέλει να προλάβει η ΕΕ, προσπαθώντας για μια γενναία ενίσχυση της βιομηχανίας, η οποία δεν θα γίνει με τους κλασικούς όρους, αλλά με νέους όρους και σε ισορροπία με τη βιωσιμότητα. Η τελευταία με τη σειρά της φαίνεται να κάνει ένα βήμα πίσω, όχι όμως μεγάλο. Μπορούν να γίνουν και τα δυο μαζί; Δηλαδή ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα, ταυτόχρονα με την τήρηση των στόχων της βιωσιμότητας; Θα το δούμε στην πράξη.

Η προτεραιότητα της άμυνας – ασφάλειας προέκυψε ως ανάγκη από το ρευστό γεωπολιτικό και γεωοικονομικό παγκόσμιο σκηνικό. Η ειρήνη αποδείχτηκε εύθραυστη στην Ευρώπη και η Ευρώπη αποδείχτηκε απροετοίμαστη για πόλεμο. Η ανάγκη όμως να θωρακιστεί είναι τόσο επιτακτική, που χωρίς ένα σοκ ενίσχυσης δεν μπορεί να καλυφθεί. Το απέδειξε η σύγκρουση στην Ουκρανία, οι συρράξεις στη Μέση Ανατολή, αλλά και η πολιτική Τραμπ. Οι ανατροπές των μέχρι πρότινος δεδομένων αναγκάζουν την ΕΕ να βρει τη λύση μόνη της πολύ απλά διότι δεν μπορεί να επενδύσει σε συμμαχίες, σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν στη... στιγμή.

Σε αυτή την πολιτική στροφή, στη στροφή στις προτεραιότητες, ήδη τα δυο μεγαλύτερα κόμματα φαίνεται να συμφωνούν, παρά τις διαφοροποιήσεις.

Οι δημοσιογράφοι που συμμετείχαμε στην αποστολή το διαπιστώσαμε στο debate που διοργανώθηκε με τη συμμετοχή πέντε ευρωβουλευτών. Δημήτρης Τσιόδρας (ΝΔ) και Γιάννης Μανιάτης (ΠΑΣΟΚ) στις τοποθετήσεις τους τόνισαν ότι η στροφή αυτή αποτελεί αναγκαιότητα, αλλά ότι ο στόχος είναι να μην εγκαταλειφθούν χάριν των προτεραιοτήτων οι άλλες ανάγκες που υπηρετεί η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Όπως για παράδειγμα η συνοχή, ο αγροδιατροφικός τομέας, οι επενδύσεις σε υποδομές ή η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και γενικότερα η βιωσιμότητα. Να περιοριστούν οι πόροι προς αυτούς τους τομείς το βλέπουν και οι δύο. Ελπίζουν (και ενεργούν) ώστε να μην μειωθούν δραματικά.

Η Κομισιόν έχει ανακοινώσει πόρους 850 δισ. ευρώ για την άμυνα – ασφάλεια. Από αυτούς τους πόρους, 650 δισ. ευρώ θα προέλθουν από τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τα υπόλοιπα 200 από την αναμόρφωση του προγράμματος συν δάνεια 45ετούς διάρκειας. Είναι προφανές ότι αυτοί οι πόροι κατευθύνονται στη στήριξη των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, αν και κόκκινη γραμμή για αρκετούς ευρωβουλευτές των δυο μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων της ΕΕ είναι να μην καταρρεύσει από υποχρηματοδότηση το λεγόμενο κοινωνικό κράτος, δηλαδή οι πόροι της κοινωνικής συνοχής.

Από την άλλη, οι ευρωβουλευτές, Κώστας Αρβανίτης (ΣΥΡΙΖΑ), Κώστας Παπαδάκης (ΚΚΕ) και Μαρία Ζαχαρία (Πλεύση Ελευθερίας) αμφισβήτησαν τις προτεραιότητες ως προς το μέγεθος που αναμένεται να ενισχυθούν σε βάρος των υπολοίπων πολιτικών της ΕΕ.

Μεγάλο κομμάτι του κοινωνικού κράτους θα υποχωρήσει προκειμένου να στηριχθούν οι βιομηχανίες και ειδικά εκείνες που έχουν «πατώσει», όπως για παράδειγμα οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες, που απώλεσαν μεγάλο μέρος της ανταγωνιστικότητάς τους τα τελευταία χρόνια, τόνισαν.

Επίσης, ειπώθηκε ότι οι χρηματοδοτήσεις όλα αυτά τα χρόνια για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση δεν απέδωσαν σε επίπεδο κερδοφορίας, όπως τουλάχιστον υπολόγιζε η ηγεσία της ΕΕ, με αποτέλεσμα πλέον να γίνεται στροφή στην αμυντική βιομηχανία με πόρους που θα πληρώσουν οι Ευρωπαίοι πολίτες.

Όλοι οι ευρωβουλευτές πάντως συμφώνησαν ότι οι δασμοί Τραμπ έχουν ήδη δημιουργήσει σειρά επιπτώσεων. Όμως όλα αυτά προτού ανακοινωθεί το «πάγωμα» των δασμών για τρεις μήνες.