Skip to main content

Οι θεσμοί επιμένουν στην απελευθέρωση των απολύσεων

Και η νέα ηγεσία του υπουργείου επιδιώκει την επαναφορά των κλαδικών συμβάσεων και τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από τους κοινωνικούς εταίρους.

Ήταν και παραμένει το βασικό πρόβλημα των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης. Ο λόγος αφορά στο θέμα των συλλογικών συμβάσεων. Οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι όπως και η προηγούμενη, έτσι και η νέα ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, επιδιώκει την επαναφορά της δυναμικής των κλαδικών συμβάσεων και τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από τους κοινωνικούς εταίρους και όχι από το κράτος. Οι δανειστές, αντιθέτως, ζητούν να διατηρηθούν ισχυρές οι επιχειρησιακές συμβάσεις, να παραμείνει ο ορισμός του κατώτατου μισθού στη δικαιοδοσία του κράτους και μάλιστα χωρίς προσαυξήσεις.

Ακόμα όμως και αν οι διαφορές αυτές γεφυρωθούν, υπάρχει πάντοτε ανοικτή μια άλλη πληγή, που όλα δείχνουν ότι πολύ δύσκολα θα επουλωθεί. Εν προκειμένω, ο λόγος αφορά στη διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών ως προς το ζήτημα της αύξησης του ορίου των ομαδικών απολύσεων. Η πλευρά των θεσμών επιμένει στο διπλασιασμό του ποσοστού, από 5% που είναι σήμερα, στο 10%. Στο υπουργείο Εργασίας, ωστόσο, γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο, στην πράξη σημαίνει πλήρης απελευθέρωση. Με ό,τι βεβαίως αυτή συνεπάγεται. Κατά συνέπεια, ισορροπία, ως προς αυτό το μέτωπο, πολύ δύσκολα θα βρεθεί.  Γι' αυτό και πολλοί είναι που πιστεύουν ότι η νέα υπουργός, στην πραγματικότητα, θα κληθεί να... περπατήσει στο νερό. Τόσο μεγάλος, είναι δηλαδή, ο συντελεστής δυσκολίας της αποστολής της.