Skip to main content

Οικογενειακοί γιατροί, οι αφανείς ήρωες της πανδημίας

Οι γενικοί γιατροί -δημόσιοι λειτουργοί και ιδιώτες- ανέλαβαν πολλαπλούς ρόλους και συνέβαλαν στην ελάφρυνση της επιβάρυνσης που δέχεται το ΕΣΥ

Κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα της διαχείρισης της πανδημίας του κορωνοϊού αποδεικνύονται καθημερινά οι οικογενειακοί γιατροί.

Μπορεί να μην βρίσκονται στην πυρίκαυστη ζώνη των νοσοκομείων και στις ΜΕΘ, ωστόσο από την πρώτη μέρα της πανδημικής κρίσης είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης, καλύπτοντας πολλαπλά κενά, από τη νοσηλεία και τους εμβολιασμούς μέχρι τη συστηματική ενημέρωση του κόσμου για όλα όσα αφορούν την covid-19. Και το κυριότερο, αποτελούν ανάχωμα στις προσελεύσεις ασθενών στα νοσοκομεία, συμβάλλοντας σημαντικά στην ελάφρυνση της επιβάρυνσης που δέχεται το ΕΣΥ.

Η αξία του οικογενειακού γιατρού είναι αναγνωρισμένη παγκοσμίως. Δεν είναι τυχαία, εξάλλου, η θεσμοθέτηση του βραβείου «Καλύτερος Οικογενειακός Γιατρός στον κόσμο», διάκριση που για το 2021 κατέκτησε ένας Έλληνας, ο Ανάργυρος Μαριόλης, διευθυντής του Κέντρου Υγείας Αρεόπολης και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τον κορωνοϊό. Ωστόσο, η κρισιμότητα της συγκεκριμένης ειδικότητας αναδείχτηκε ακόμα περισσότερο τα δύο χρόνια της πανδημίας, όταν έγινε σαφές πόσο αναγκαία είναι η πρωτοβάθμια φροντίδα για να κρατηθεί όρθιο το εθνικό σύστημα υγείας.

Τις προκλήσεις που αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ο κλάδος περιέγραψε στη Voria.gr η αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής-Οικογενειακής Ιατρικής (ΕΛΕΓΕΙΑ), Θάνια Τζανακάρη, η Θεσσαλονικιά γιατρός που υπηρετεί στο κέντρο υγείας Μουζακίου. «Ο γενικός οικογενειακός γιατρός έτσι κι αλλιώς εξ ορισμού έχει έναν πληθυσμό ευθύνης του. Αυτό ο πληθυσμός αποτάθηκε σε μας ακόμα περισσότερο. Ήμασταν οι γιατροί που σηκώναμε το τηλέφωνο κάθε ώρα και κάθε στιγμή για την περίπτωση που νοσούσαν, έρχονταν σε επαφή με κρούσμα ή έμπαιναν στο νοσοκομείο αυτοί είτε κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε την αυξημένη προσέλευση στα κέντρα υγείας, στα περιφερειακά ιατρεία, στις ΤΟΜΥ και στα κέντρα υγείας αστικού τύπου. Αυξήθηκαν πάρα πολύ οι επισκέψεις ανθρώπων που φοβούνταν να πάνε στον ειδικό, δεν είχαν πρόσβαση στα νοσοκομεία. Πολλές φορές χρειάστηκε να επικοινωνήσουμε με τους ειδικούς, να εξετάσουμε τους ασθενείς οι ίδιοι και να τους δώσουμε τη σωστή αγωγή», ανέφερε η κ. Τζανακάρη.

Οι γενικοί γιατροί κλήθηκαν επίσης να καλύψουν κενά και στα νοσοκομεία. «Ο γενικός γιατρός ήταν στην πρώτη γραμμή. Καλύψαμε τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, περισσότερο οι γιατροί του δημοσίου. Παίρναμε τα τεστ, εξετάζαμε, κρίναμε αν ο ασθενής χρειαζόταν εισαγωγή ή όχι. Παίρναμε αέρια αίματος και συζητούσαμε με πνευμονολόγο αν θα πρέπει να διασωληνωθεί ή όχι. Παίξαμε έναν ρόλο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας μέσα στα νοσοκομεία, στην υποδοχή των ασθενών. Αναγκαστικά όμως λόγω έλλειψης καλύψαμε και ενδονοσοκομειακά κενά στη νοσηλεία ασθενών με covid. Μπήκαμε πλέον και σε νοσοκομειακή νοσηλεία κι εκεί φάνηκε η δυνατότητα του γενικού γιατρού να συνεργαστεί με τις άλλες ειδικότητες, έχοντας ευρύ πεδίο γνώσεων», τόνισε η κ. Τζανακάρη.

Πολλαπλός ήταν ο ρόλος τους και στα κέντρα υγείας. «Πρώτος ήταν η πρόληψη, δηλαδή ο εμβολιασμός. Πείσαμε ως γιατροί με ενημερώσεις, συζητήσεις σε δήμους, ομιλίες σε σχολεία με τη συμμετοχή γονέων και κηδεμόνων, καμπάνιες, προωθήσαμε όσο το δυνατόν περισσότερο και πιστεύω ότι πείσαμε πολύ κόσμο. Οι ασθενείς μας εμπιστεύονται. Ο γενικός γιατρός δεν είναι ένας τυχαίος γιατρός. Είναι ο γιατρός που τον παρακολουθεί 15 – 20 χρόνια. Υπήρχαν ασθενείς με καρδιολογικά ή ογκολογικά προβλήματα που έρχονταν σε μένα να ρωτήσουν αν πρέπει να κάνουν το εμβόλιο, επειδή ήξερα το ιστορικό τους. Κάναμε ακόμα και θεραπεία ογκολογικών ασθενών στα κέντρα υγείας, το διάστημα που αυτές είχαν διακοπεί μέσα στα νοσοκομεία. Πολύ μεγάλο κομμάτι ήταν η κατ’ οίκον νοσηλεία. Βλέπαμε ασθενείς στο σπίτι με τη στολή κι αυτό έγινε συστηματικά μέσα στην κοινότητα και έφερε αποσυμφόρηση στα νοσοκομεία», σημείωσε η αντιπρόεδρος της ΕΛΕΓΕΙΑ.

Η εφημερία των οικογενειακών γιατρών περιλαμβάνει επίσης τη διενέργεια αμέτρητων διαγωνιστικών τεστ, οι οδηγίες που πρέπει να δώσουν τηλεφωνικά στον κόσμο τι πρέπει να κάνει αν νοσήσει, αν έχει έρθει σε επαφή με θετικό κρούσμα, αν έχει επίμονα συμπτώματα επί σειρά ημερών, αλλά και να βοηθήσει σε διαδικαστικά ζητήματα, όπως να βοηθήσει όσους έχουν πρόβλημα έκδοσης του πιστοποιητικού νόσησης και εμβολιασμού ή δεν έχει περαστεί το αποτέλεσμα του rapid test στην πλατφόρμα. Κι όλα αυτά έχοντας να αντιμετωπίσουν τη δυσπιστία του κόσμου αρχικά απέναντι στον ίδιο τον κορωνοϊό και την επικινδυνότητά του και στη συνέχεια απέναντι στην ασφάλεια των εμβολίων, αλλά και κακές συμπεριφορές από ασθενείς που γίνονται επιθετικοί.

Σύμφωνα με την κ. Τζανακάρη είναι απαραίτητη η αναβάθμιση του ρόλου του οικογενειακού γιατρού. «Η ενίσχυση του θεσμού του οικογενειακού γιατρού έπρεπε να είχε γίνει χθες. Δεν φτάνουμε. Δεν είμαστε όσοι θα έπρεπε. Κάθε μέρα καθυστέρησης πάει πίσω την υποχώρηση της πανδημίας. Αν ο καθένας είχε τον οικογενειακό γιατρό του, δεν θα γινόταν ο κακός χαμός στα νοσοκομεία. Θα δίνονταν οι σωστές οδηγίες, θα εξετάζονταν όπως πρέπει, θα πήγαιναν στα νοσοκομεία αυτοί που πραγματικά πρέπει, θα υπήρχε καλύτερη προσέλευση στους εμβολιασμούς από την αρχή», τόνισε και πρόσθεσε πως εξίσου σημαντική είναι η προσφορά και των ιδιωτών γιατρών.